Γλωσσάρι

Αλάβαστρο: 
Αγγείο με στενό στόμιο, που χρησιμοποιούνταν κυρίως για αρωματικά έλαια. Είναι αιγυπτιακής καταγωγής αγγείο και συνήθως είναι μικρό και επίμηκες, κατασκευασμένο από υαλόμαζα. Ωστόσο στον αιγαιακό χώρο και ιδιαίτερα κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο εμφανίστηκαν και τα απιόσχημα αλάβαστρα, που έχουν σώμα πλακέ, που ακουμπά σε πλατιά βάση και είναι κεραμικά, καλής ποιότητας και με διακοσμημένη επιφάνεια. 

Αλ-Ιντρισί:
Ο Μοχάμαντ Αλ-Ιντρισί ήταν Άραβας γεωγράφος που έζησε το 12ο αιώνα στο βασίλειο της Σικελίας, στην αυλή του Ρογήρου Β'. Καταγόταν από μεγάλη ανδαλουσιανή οικογένεια και είχε γεννηθεί στην Ceuta της Β. Αφρικής. Από μικρή ηλικία ταξίδεψε πολύ, αρχικά στην Ανατολή, αργότερα στις ακτές της Μεσογείου και μέχρι και τη Βρετανία. Εργάστηκε ως χαρτογράφος για τον Νορμανδό βασιλιά Ρογήρο Β', για τον οποίο και έφτιαξε έναν από τους τελειότερους χάρτες του Μεσαίωνα, την Tabula Rogeriana (1154).

Αμαυρόχρωμη κεραμική:
Κεραμική που φέρει διακόσμηση από θαμπή βαφή. Η υφή της χαρακτηριστικής αυτής βαφής οφείλεται στην προσθήκη χρωματικών υλών με βάση το μαγγάνιο. 

Αμφορέας:
Μεγάλο κλειστό αγγείο με δύο κάθετες λαβές για τη μεταφορά ή αποθήκευση κυρίως υγρών αλλά και στερεών. Ήταν από τα πιο χαρακτηριστικά αγγεία του ελληνικού κόσμου και απαντούσε σε πολλούς τύπους. 

Ανακουφιστικό τρίγωνο:
Τριγωνικός κενός χώρος που δημιουργείται ανάμεσα στις πλάκες των ανωφλίων των θολωτών μυκηναϊκών τάφων. Η πρόβλεψη αυτού του διάχωρου είχε γίνει για να μεταφέρεται το υπερβολικό βάρος της θόλου από την είσοδο στην περιφέρεια των κτισμάτων.

Αρκοσόλιο:
Χαρακτηριστικός τύπος τάφου των πρώιμων χριστιανικών αιώνων: το κάτω μέρος του διαμορφώνεται σε σαρκοφάγο (solium, κρεβάτι) και το άνω μέρος φέρει χαρακτηριστική τυφλή αψίδα (arcus).

Αρύβαλλος:
Μικρό, σφαιρικό (ή και επίμηκες) και στενόστομο αγγείο για το λάδι που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές για να αλείφουν τα σώματά τους.

Αρύταινα: 
Πήλινη βαθιά κουτάλα με μακριά και κάθετη ή κοντή και γυριστή λαβή (σαν θηλειά), που χρησίμευε για τη μετάγγιση υγρών από μεγάλα σε μικρότερα αγγεία. 

Αρωματικό λάδι: 
...

Ασκός:
Μικρό και στενόστομο αγγείο για υγρά, το οποίο θύμιζε κοιλιά ζώου (εξ ου και η ονομασία) με το στόμιο τοποθετημένο έκκεντρα.  

Β' Ενετοκρατία:
Με τον όρο "Β' Ενετοκρατία" υποδηλώνεται η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς στη διάρκεια του Βενετο-οθωμανικού πολέμου του 1684-99. Διήρκεσε 27 χρόνια, από το 1688 ως το 1715. Στην περίοδο αυτή οι Βενετοί αναδιοργάνωσαν το "Βασίλειο του Μορέως", όπως ονόμασαν την επικράτειά τους αυτή, ενίσχυσαν την γεωργική παραγωγή, ιδιαίτερα του ελαιολάδου, και επέβαλαν θεσμούς βενετικής διοίκησης. Οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να καταλάβουν εκ νέου, αυτή τη φορά οριστικά, την Πελοπόννησο το 1714-15, ενώ η οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή (πλην των Κυθήρων) επικυρώθηκε και με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718).

Γραπτή κεραμική:
Κεραμική που φέρει ζωγραφικό διάκοσμο, είτε εικονογραφικό ή γεωμετρικό.

Δεσποτάτο του Μορέως
Ημιαυτόνομο κράτος που ιδρύθηκε από την οικογένεια των Καντακουζηνών με έδρα τον Μυστρά, αμέσως μετά τη μάχη της Πελαγονίας (1261), με την οποία οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Σταδιακά κατόρθωσε να περιορίσει την ισχύ των Φραγκικών κρατιδίων και να περιλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, ως το 1460, όταν καταλύθηκε οριστικά από τον Μωάμεθ Β'.

Δίλοβο παράθυρο
Παράθυρο με δύο τοξωτά ανοίγματα, ανάμεσα στα οποία τοποθετείται συνήθως διαχωριστικός κιονίσκος. Αντίστοιχο είναι και το τρίλοβο παράθυρο, με τρία τοξωτά ανοίγματα και δύο διαχωριστικούς κιονίσκους ή πεσίσκους.

Εγχάρακτη κεραμική:
Κεραμική με εγχάρακτο διάκοσμο. 

Εφυραϊκή κύλικα
Χαρακτηριστικός τύπος αγγείου πόσης Υστεροελλαδικής ΙΙ περιόδου, που αποτελεί συνδυασμό μινωϊκής κεραμικής με αφαιρετική ζωγραφική διάθεση των Μυκηναίων.

Ζωαρχαιολογία:
Οι ζωοαρχαιολόγοι μελετούν τα οστά ζώων που βρίσκονται σε μία ανασκαφή και συλλέγουν πληροφορίες για τη φυσιολογία των ζώων, την πιθανή παθολογία τους, το περιβάλλον, καθώς επίσης και για τη διαχείριση των ζώων (είτε ζωντανών είτε νεκρών), τον τρόπο με τον οποίο διαμέλιζαν και κατανάλωναν τα σφάγια καθώς επίσης και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν. 

Ήλεκτρο (ορυκτό):
Κεχριμπάρι• ορυκτή ρητίνη προερχόμενη από περιοχές της σημερινής Ρωσίας και από τη Βαλτική. 

Θαλάσσιος ρυθμός:
Είδος μινωικής κυρίως κεραμικής με χαρακτηριστικό διάκοσμο από θαλάσσια θέματα (χταπόδια, ναυτίλους, κοράλλια κλπ). 

Θαλαμοειδής (θαλαμωτός) τάφος:
Υπόγειος τάφος, συνήθως σκαμμένος σε πλαγιά λόφου, με δρόμο, συχνά κατωφερικό. Αποτελούσε τον συνηθέστερο τύπο τάφου κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο. Η προέλευσή του εικάζεται ότι είναι από τον Αιγαιακό χώρο. Αποτελείται από ταφικό θάλαμο, συνήθως κυκλικό, ο οποίος χρησιμοποιείται για πολλές γενιές. Ο ταφικός θάλαμος καλύπτεται με θολωτή σκεπή, η οποία όμως δεν είναι εμφανής εξωτερικά. Οι νεκροί τοποθετούνται στο κέντρο του τάφου, μέσα σε λάκκους ή εκτάδην και με κάθε νέα ταφή τα παλαιότερα οστά απομακρύνονται και φυλάσσονται σε κόγχες περιμετρικά. 

Θήλαστρο:
Μικρό αγγείο με στρογγυλεμένο σώμα, στενό σχετικά στόμιο και σωληνοειδή προχοή, το οποίο χρησιμοποιούνταν από τα βρέφη και τα μικρά παιδιά για την κατανάλωση υγρών (γάλακτος, νερού κλπ).

Θολωτός τάφος:
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Ταφικό μνημείο που εξέχει το εδάφους και υνίσταται σε θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο κατασκευασμένο από πλακέ πέτρες τοποθετημένες σε στρώσεις εκ των οποίων η επάνω εξέχει λίγο σε σχέση με την κάτω (εκφορικό σύστημα). Βασικά δομικά στοιχεία είναι επίσης ο δρόμος, που οδηγεί στην είσοδο του τάφου και είναι συνήθως οριοθετημένος εκατέρωθεν με λιθοδομή και η μνημειακή είσοδος με κτιστές παραστάδες, υπέρθυρα με ανακουφιστικό τρίγωνο και μονολιθικά ανώφλια. Χρησιμοποιούνταν από τα μέλη μιας, συνήθως, οικογένειας, για αρκετές γενιές. 

Καδής:
Οθωμανός ιεροδικαστής. Ο καδής είχε δικαστικές αλλά και διοικητικές αρμοδιότητες.

Καύκωνες:
Αρχαίο πελασγικό  φύλο, το οποίο κατοικούσε στη δυτική Πελοπόννησο μαζί με τους Λέλεγες πριν την έλευση των Ελλήνων. Στη Μεσσηνία τους θεωρούσαν απογόνους του Καύκωνα, γιου του ήρωα Κελαινού.

Κιβωτιόσχημος τάφος : 
Τάφος παραλληλόγραμμου σχήματος με εσωτερική επένδυση από λίθινες ή πλίνθινες πλάκες. Δεχόταν μόνον ένα νεκρό. Ήταν σε χρήση από την πρωτοελλαδική περίοδο ως και τα χριστιανικά χρόνια. 

Κέρατα καθοσιώσεως:
...

Κέρνος:
Τελετουργικό σκεύος που συνήθως αποτελείται από πολλά μικρά αγγεία, κατάλληλα να δεχτούν προσφορές.

Κοκκίδωση:
 
Τεχνική της χρυσοχοΐας, η οποία συνίσταται στην κόλληση ομάδων μικρών σφαιριδίων χρυσού επάνω στις επιφάνειες των κοσμημάτων. 

Κτέρισμα:
Κάθε αντικείμενο που τοποθετούνταν σε τάφο μαζί με το νεκρό. Τα συνηθέστερα κτερίσματα ήταν κοσμήματα, όπλα, εργαλεία, αγγεία ή και λατρευτικά αντικείμενα. 

Κρατήρας:
 
Μεγάλο ανοιχτό αγγείο για τη μείξη του κρασιού με το νερό. 

Κύαθος:
 
Μικρό ανοιχτό αγγείο με μία μακριά κάθετη λαβή, κατάλληλο για άντληση υγρών. 

Κυκλώπειο (τείχος):
Τείχος χτισμένο με τεράστιους ογκόλιθους, χαρακτηριστικό της μυκηναϊκής περιόδου.

Κύλιξ/ κύλικα:
Βασικό αγγείο πόσεως των αρχαίων. Απαντά σε δύο βασικούς τύπους: με πόδι και χωρίς, ενώ σταδιακά εμφανίζονται πολλές διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με τις διαστάσεις και τη διακόσμηση. 

Κύπελλα Keftiu/ Βαφειού:
Τα κύπελλα τύπου Keftiu (ή Βαφειού) έχουν πλατιά βάση και ανοίγουν ελεφρά προς τα άνω. Ο όρος Keftiu προέρχεται από αιγυπτιακές επιγραφές σε ιερογλυφικά, που συνόδευαν τοιχογραφίες από τους βασιλικούς τάφους των Θηβών: εκεί ο λαός των Keftiu, που ταυτίζεται από τους αρχαιολόγους με τους Μινωίτες, φαίνεται να φέρει ως δώρα τέτοιου είδους κύπελλα. Επειδή προσομοιάζουν με τα χρυσά κύπελλα που βρέθηκαν στον θολωτό τάφο του Βαφειού στη Λακωνία, ονομάζονται και κύπελλα Βαφειού.

Λάγυνος:
Αγγείο με χαμηλό γωνιώδες σώμα, ψηλό στενό λαιμό και μία κάθετη λαβή, χρησιμοποιούμενο κυρίως για κρασί, πολύ διαδεδομένο στην ελληνιστική εποχή. 

Λακκοειδής τάφος:
Λακκοειδείς ήταν οι πρώτοι χρονολογικά μυκηναϊκοί τάφοι, με λαμπρότερα παραδείγματα αυτούς που βρίσκονται στους ταφικούς περιβόλους των Μυκηνών. Αποτελούν μάλλον εξέλιξη των κιβωτιόσχημων τάφων και είναι παραλληλόγραμμοι, καλυμμένοι με πλάκες που τοποθετούνταν επάνω σε ξύλινες δοκούς. Ο χώρος επάνω από τη στέγη γεμιζόταν με χώμα. 

Λεκάνη: 
Μεγάλο χαμηλό και ανοιχτό αγγείο με δύο οριζόντιες λαβές και κάλυμμα. 

Λέλεγες:
Προελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην περιοχή της Αιγαιίδας και θεωρείται ότι διήγαν νομαδικό και πλάνητα βίο. Κάποιες αρχαίες πηγές θεωρούν ότι ο μυθικός τους πρόγονος ήταν ο Λέλεξ, που είχε πατρίδα τη Λακεδαίμονα. 

Λοξότμητη πρόχους:
Πρόχους ή οινοχόη με στόμιο που έχει  ελαφρά κλίση προς τα έξω, ενώ το πίσω μέρος του στομίου και του λαιμού που οδηγεί σε αυτό είναι κομμένα κατά  λοξή φορά. Λέγεται επίσης και ραμφόστομη ή οπισθότμητη.

Μαιζών Νικόλαος-Ιωσήφ:
Γάλλος στρατηγός, στον οποίο ο Κάρολος Ι ανέθεσε το 1828 τη διοίκηση των στρατευμάτων που αποβιβάστηκαν στην Πελοπόννησο σε σκοπό να εκκαθαρίσουν τα τελευταία υπολείμματα της στρατιάς του Ιμπραήμ, που  είχε ήδη ηττηθεί στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου την προηγούμενη χρονιά.

Μέγαρο: 
Ο κεντρικός χώρος των μυκηναϊκών ανακτόρων, ο οποίος αποτελείται από ένα μακρύ ορθογώνιο χώρο και έναν προθάλαμο. 

Μεγαρόσχημο κτήριο:
 
Ορθογώνιο κτήριο με διαδοχικά εσωτερικά χωρίσματα και είσοδο στη στενή πλευρά. 

Μινυακή/μινύεια κεραμική:
 
Άβαφη κεραμική της Μεσοελλαδικής περιόδου με στιλπνή επιφάνεια, ψημένη σε αναγωγικές (γκρίζα μινυακή) ή οξειδωτικές συνθήκες (κίτρινη και κόκκινη μινυακή). 

Μουφτής:
Ιερατικός βαθμός στο σουνιτικό Ισλάμ. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι μουφτήδες ερμήνευαν το Κοράνι με στόχο την απόδοση δικαιοσύνης και οι αποφάσεις τους ("φετβάδες") είχαν δεσμευτική ισχύ για τους ιεροδικαστέ (Καδήδες).

Ναϊπης:
Βοηθός του καδή.

Ναυτίλους:
...

Νειλωτικό τοπίο:
...

Νίελ(λ)ο: 
Κράμα από ασήμι, χαλκό και θείο που χρησιμοποιούνταν ως συνδετικό υλικό στη διακόσμηση μεταλλικών αντικειμένων.

Ξυρός:
...

Οδοντόφρακτο κράνος:
Κράνος φτιαγμένο από χαυλιόδοντες κάπρου. 

Οινοχόη:
Βασικό αγγείο για το σερβίρισμα του κρασιού στις κύλικες και τα ποτήρια. 

Οψιανός:
 
Ηφαιστειογενές πέτρωμα που χρησίμευε για την κατασκευή εργαλείων.

Περίαπτο:
Φυλαχτό, μενταγιόν. 

Πιθαμφορέας: 
Μεγάλο αποθηκευτικό αγγείο με ευρύ στόμιο και λαβές. Οι πιθαμφορείς, όπως δηλώνει έμμεσα και η ονομασία τους, αποτελούν, όσον αφορά τη χωρητικότητα και το σχήμα, ένα ενδιάμεσο σκεύος μεταξύ των πίθων και των αμφορέων. 

Πίθος:
 
Μεγάλο αποθηκευτικό αγγείο με ανοιχτό στόμιο και σχετικά στενή βάση. Συχνά χρησιμοποιούνταν για ταφές.

Πινάκιον:
 
Ανοιχτό ρηχό αγγείο με χείλος, σαν το σημερινό πιάτο. 

Πότνια:
Η σημαντικότερη γυναικεία θεότητα της Mυκηναϊκής Eλλάδας που συνδέεται με την Αθηνά του ελληνικού δωδεκάθεου. 

Πρόχους:
 
Κλειστό αγγείο με μία λαβή, φουσκωτή κοιλιά, ψηλό λαιμό και στόμιο που σχηματίζει προεξοχή για την έκχυση υγρών. Λοξότμητη πρόχους: Πρόχους με στόμιο ιδιαίτερα ψηλό, το πίσω μέρος του οποίου είναι λοξά κομμένο. 

Πυξίς/ Πυξίδα:
 
Μικρό αγγείο με κάλυμμα, συνήθως κυκλικού σχήματος, όπου οι γυναίκες έβαζαν πούδρες για τον καλλωπισμό τους ή φύλασσαν τα κοσμήματά τους. 

Ρυτόν:
 
Αγγείο σε σχήμα αντεστραμμένου κώνου ή με πλαστική διαμόρφωση, με τη μορφή κέρατος, κεφαλής ζώου κ.ά.  Χρησίμευε αρχικά για τελετουργικές χοές. 

Σαχνισί:
Προεξοχή στην πρόσοψη παραδοσιακού κτιρίου, η οποία στηρίζεται σε ξύλινα δοκάρια και προσθέτει ωφέλιμο όγκο και έκταση στον άνω όροφο χωρίς να προσθέτει μεγάλο βάρος, αφού συνήθως γίνεται από ελαφρά υλικά. Συνηθίζεται πολύ στη βαλκανική και μικρασιατική αρχιτεκτονική.

Σκύφος:
Αγγείο πόσεως συνήθως με δύο οριζόντιες λαβές (σπανιότερα με μία οριζόντια και μία κάθετη), σαν βαθύ μπωλ, με σχετικά στενή βάση. Με τη συμβατική ονομασία “μεγαρικός σκύφος”, ονομάζουμε ένα μικρό ημισφαιρικό αγγείο πόσεως της ελληνιστικής εποχής, χωρίς λαβές, που φέρει ανάγλυφη διακόσμηση.

Στεατίτης:
Μαλακό πέτρωμα, που ονομάζεται αλλιώς και σαπωνόλιθος, καθώς μπορεί να λειανθεί εύκολα, γεγονός που τον καθιστά κατάλληλο για μικρογλυπτική.

Στεατοπυγικό ειδώλιο:
Ως "στεατοπυγικά" (εκ του "στέαρ" που σημαίνει λίπος και "πυγή" που δηλώνει τους γλουτούς) χαρακτηρίζονται τα προϊστορικά ειδώλια που εικονίζουν γυναικείες μορφές  με ιδιαίτερα τονισμένη περιφέρεια, παχείς μηρούς και, συνήθως, μεγάλα στήθη. Οι μορφές αυτές συμβόλιζαν γονιμότητα. 

Τάλαντα:
Πλάκες ορείχαλκου με ατρακτοειδές περίγραμμα και σταθερό βάρος, οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως μετρικές μονάδες βάρους αλλά και ως σταθερή αξία των εμπορικών ανταλλαγών.

Ταυροκαθάψια: 
Αθλητικές επιδείξεις με ακροβατικά άλματα στη ράχη ενός ταύρου, ιδιαίτερα αγαπητά στη μινωική Κρήτη, που υιοθετήθηκαν όμως και στον Μυκηναϊκό κόσμο. 

Φαγεντιανή:
Ύλη συγγενική προς το γυαλί, που αποτελείται από άμμο και οξείδιο του χαλκού. Από φαγεντιανή κατασκευάζονταν κοσμήματα και διάφορα αντικείμενα τέχνης, συνήθως με τη βοήθεια μήτρας. 

Ψευδόστομος αμφορέας:
Κλειστό αγγείο που διέθετε ένα ψευδές, δηλαδή κλειστό, στόμιο, μία πλάγια προχοή και δύο λαβές στους ώμους.