Πιλοτική Λειτουργία
Θολωτοί τάφοι στην περιοχή της ομηρικής Πύλου Θολωτός τάφος Τραγάνας © ΕΦΑ Μεσσηνίας Ενώ κατά την Πρωτοελλαδική και τη Μεσοελλαδική περίοδο οι κυριότερες μορφές τάφων στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπως και στον ελλαδικό χώρο γενικότερα, είναι οι λακκοειδείς και θαλαμοειδείς τάφοι, καθώς και  οι πιθοταφές σε 'ταφικούς κύκλους', προς το τέλος της Μεσοελλαδικής κάνουν την εμφάνισή τους μεγάλα και περίοπτα ταφικά οικοδομήματα, οι θολωτοί τάφοι, οι οποίοι είναι οικογενειακοί και χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι τάφοι αυτοί  πληθαίνουν κατά τη διάρκεια της Υστεροελλαδικής περιόδου, χωρίς βέβαια να εγκαταλείπονται οι παλαιότεροι τύποι. Οι τάφοι αυτοί είναι κτισμένοι  κατά το εκφορικό  σύστημα, με βασικό οικοδομικό υλικό ντόπιες  πέτρες, που οι τεχνίτες επέλεγαν προσεκτικά, ώστε να είναι πλακέ και σχετικά λείες.'Όπου αυτό δεν ήταν εφικτό, παρενέβαινε ο τεχνίτης που έδινε στην πέτρα το επιθυμητό σχήμα με το σφυρί του. 

Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ  περίοδο η αρχιτεκτονική των θολωτών τάφων εξελίσσεται, όσο πληθαίνουν και τα δείγματα. Κατ' αρχήν γίνεται χρήση δύο νέων υλικών, του πωρόλιθου και των κροκαλοπαγών πετρωμάτων. Οι πέτρες τώρα λειαίνονται προσεκτικά και παίρνουν όσο γίνεται πιο ομοιόμορφο σχήμα, έτσι  ώστε να διευκολύνεται η δόμηση. Η στατικότητα ενισχύεται με τη χρήση συνδετικών υλικών, ενώ το εσωτερικό επιχρίεται με σοβά για καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Το στόμιο του κάθε τάφου διακρίνεται στην πρόσοψη, που κτίζεται με πωρόλιθο κατά το ισοδομικό σύστημα, και στο ίδιο το στόμιο, που συνήθως κτίζεται από κροκαλοπαγή πετρώματα. Ένα καλό  παράδειγμα τέτοιου διαχωρισμού μας δίνει ο Θολωτός τάφος Ι από την Περιστεριά. Στο  στόμιο του τάφου οδηγούσε ένας φαρδύς διάδρομος, ο λεγόμενος 'δρόμος', από όπου ο νεκρός μεταφερόταν σην τελευταία του κατοικία, συχνά επάνω σε άρμα ή σε κυλίβαντα, με τη συνοδεία των αγαπημένων του προσώπων. Στον Θολωτό τάφο Ι της Τραγάνας ο δρόμος φέρει ακόμη ίχνη από τις ρόδες του άρματος που στάθηκε εκεί εωσότου μεταφερθούν και τοποθετηθούν στον τάφο η σωρός του νεκρού και τα πολύτιμα κτερίσματά του.
Οι σημαντικότεροι θολωτοί τάφοι στην περιοχή του Βασιλείου του Νέστορα

Ο θολωτός τάφος του Οσμάναγα

Η περιοχή του Οσμάναγα, πέριξ του σημερινού χωριού Κορυφάσιο, υπήρξε ένα από τα πρωιμότερα οικιστικά κέντρα της Μεσσηνίας με ενδείξεις κατοίκησης από τη νεολιθική περίοδο. Εκεί, και συγκεκριμένα στη θέση Χαρατσάρι, ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης εντόπισε και ανέσκαψε το 1926 θολωτό τάφο με διάμετρο 6 μέτρων. Όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο ίσως για τον παλαιότερο θολωτό τάφο της περιοχής. Στον τάφο βρέθηκαν σημαντικά δείγματα κεραμικής, τα οποία ανήκουν σε δύο κυρίως κατηγορίες: μινωικά αγγεία και τοπική, μεσσηνιακή κεραμική. Αυτό αποτελεί μια ένδειξη ότι το 17ο αι. π.Χ., στα τέλη της Μεσοελλαδικής και την αρχή της Υστεροελλαδικής εποχής, όπου χρονολογείται ο τάφος αυτός, οι εμπορικές επαφές ήταν ενδεχομένως εντονότερες με τη μινωική Κρήτη από ό,τι με τα άλλα κέντρα της Πελοποννήσου και της Κεντρικής Ελλάδας. 

Ο Τάφος του Θρασυμήδη στη Βοϊδοκοιλιά

Θολωτός τάφος “Θρασυμήδη” στη Βοϊδοκοιλιά, κάτοψη και τομή. Σχέδιο Σπ. Ιακωβίδη, δημοσίευση Σπ. Μαρινάτος © Εν Αθήναις Αρχαιολογική ΕταιρίαΛίγα χιλιόμετρα βορειότερα του χωριού Κορυφάσιο, στον βόρειο βραχίονα της Βοϊδοκοιλιάς ή Βουφράδος, βρίσκεται ο “Τάφος του Θρασυμήδη”, μυκηναϊκός θολωτός τάφος που εντόπισε πρώτος ο βρετανός περιηγητής G.B.Grundy στα τέλη του 19ου αιώνα και ανέσκαψε ο Σπ. Μαρινάτος το 1956, ενώ τον διερεύνησε περαιτέρω ο Γ. Σ. Κορρές το 1976-77, καθώς διαπίστωσε την ύπαρξη ταφικού πίθου που είχε διαφύγει της προσοχής του Μαρινάτου. Η ονομασία  βασίζεται στη μαρτυρία του Παυσανία (Μεσσηνιακά, 36.2: καὶ μνῆμα ἐντὸς τῆς πόλεώς ἐστιν αὐτῷ, τὸ δὲ ὀλίγον ἀπωτέρω τῆς Πύλου Θρασυμήδους φασὶν εἶναι).  Ο τάφος έχει διάμετρο 5 μέτρων και φέρει ίχνη επτά τουλάχιστον ταφών και ανακομιδών. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με  βότσαλα από την παρακείμενη παραλία. Τα κινητά ευρήματα ήταν εντυπωσιακά και μπορεί κανείς να φανταστεί τον πλούτο  του τάφου αν δεν είχε συληθεί ήδη από την αρχαιότητα: λίθινες αιχμές βελών,  δύο περιδέραια από αμέθυστο και σάρδιο, τέσσερα χρυσά ελάσματα, δύο μυκηναϊκά αγγεία, σφονδύλια αργαλειού και πιθανόν δύο Μυκηναϊκά ειδώλια. Το εντυπωσιακότερο εύρημα, ωστόσο, από ιστορικής άποψης είναι ο σκελετός βοοειδούς που βρέθηκε ολόκληρος εντός του τάφου, πράγμα που μαρτυρεί συγκεκριμένη θυσία προς τον νεκρό. Αν και η ακμή του τάφου τοποθετείται στη Μυκηναϊκή εποχή, οι ταφές σε πίθους που εντόπισε ο καθ. Κορρές βεβαίωσαν αρχική χρήση στη Μεσοελλαδική περίοδο. Για την ακρίβεια, ο ΥΕ τάφος φαίνεται σα να “ξεπήδησε” μέσα από τον Μεσοελλαδικό, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι Μυκηναίοι πρόσεξαν ιδιαίτερα την κατασκευή, η οποία έγινε από ψαμμόλιθο και ασβεστολιθικά πετρώματα. 

Γύρω από τον τάφο βρέθηκαν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας  από τη νεολιθική, την πρωτοελλαδική αλλά και από την υστεροκλασσική και ελληνιστική εποχή: εντοπίστηκαν ειδώλια και πήλινα πλακίδια με ανάγλυφες μορφές του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., αλλά και ένα μικρό οικοδόμημα, σαν βωμός. Όλα αυτά συνδέονται  ενδεχομένως με λατρεία των προγόνων η αφηρωισμένου νεκρού. Είναι από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις του ταφικού αυτού εθίμου της ύστερης κλασικής και ελληνιστικής εποχής, σύμφωνα με το οποίο οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι μόλις την περίοδο αυτή ξαναβρήκαν την ανεξαρτησία τους από το λακωνικό ζυγό, άρχισαν να προσφέρουν τιμές στους προγόνους τους, τους οποίους συνέδεαν με το ένδοξο ομηρικό παρελθόν της περιοχής. 


Θολωτοί τάφοι στην περιοχή του Εγκλιανού

Αρχιτεκτονική αποτύπωση του θολωτού τάφου III στον Εγκλιανό από τον ανασφκαφέα του, Lord William Taylour. ©University of Cincinnatti Ο θολωτός τάφος ΙΙΙ στον Κάτω Εγκλιανό. © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣτην περιοχή του Εγκλιανού βρίσκονται τρεις σημαντικοί τάφοι: ο ταφικός κύκλος Βαγενά, που χρονολογείται κυρίως στη Μεσοελλαδική περίοδο, και οι Θολωτοί τάφοι ΙΙΙ και ΙV. Ο τάφος  ΙΙΙ βρίσκεται στον Κάτω Εγκλιανό, περίπου 1 χλμ ΝΔ του λόφου του Εγκλιανού, και ανασκάφηκε από την Elizabeth Pierce Blegen το 1939. Χρονολογείται, βάσει των ευρημάτων του, στην ύστερη Μεσοελλαδική -πρώιμη Υστεροελλαδική Ι περίοδο και ήταν σε χρήση ως και την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο. Ο δρόμος του έχει μήκος 8,10 μέτρα, η διάμετρος του θόλου είναι 7,66 μέτρα και η είσοδος έχει ύψος 3,10 μέτρα. Αν και συλημένος, οι ανασκαφείς εκτιμούν ότι περιείχε συνολικά 16 ταφές. Παρά το γεγονός ότι ο τάφος είχε συληθεί ήδη στην αρχαιότητα, βρέθηκαν αρκετά αξιόλογα κτερίσματα, όπως χρυσά κοσμήματα, ένας σφραγιδόλιθος, αντικείμενα μικροτεχνίας από φαγεντιανή και άλλα αντίστοιχα  από ελεφαντόδοντο. Μεταξύ της κεραμικής συγκαταλέγεται και ένας Χαναανιτικός αμφορέας. Τα “εξωτικά”  αυτά ευρήματα μαρτυρούν τόσο τις έντονες εμπορικές συναλλαγές με την ανατολική Μεσόγειο όσο και το υψηλό βιοτικό επίπεδο της οικογένειας των ηγεμόνων του Εγκλιανού, που ήταν προφανώς οι 'ένοικοι' του τάφου. 

Ο θολωτός τάφος IV οπως είναι σήμερα, μετά την αποκατάστασή του το 1957 © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΟ τάφος ΙV, από την άλλη μεριά, ήταν πιο προβληματικός στη χρονολόγησή του, γιατί τα περισσότερα θραύσματα αγγείων ΜΕ περιόδου δεν μπορούσαν να συναρμολογηθούν για να σχηματίσουν ολόκληρα αγγεία, γεγονός που οδήγησε στην υπόθεση ότι είχαν θραυσθεί πριν να τοποθετηθούν στον τάφο. Ο συγκεκριμένος τάφος ανασκάφηκε από τον William Taylour και, λόγω της εγγύτητας προς το ανάκτορο του Νέστορα, αναστηλώθηκε το 1957. 

Ο θολωτός τάφος IV έχει διάμετρο 9,35 μέτρα,  βάθος στομίου 4,62 μέτρα, ύψος στομίου 4,55 μέτρα και μήκος δρόμου 10,55 μέτρα. Εντοπίστηκε ένας μεγάλος λάκκος προορισμένος για ταφές και ένας κτιστός τάφος στον τύπο της σαρκοφάγου. Ο τάφος είχε συληθεί ήδη από την αρχαιότητα, οπότε τα κτερίσματα που βρέθηκαν ήταν ελάχιστα.  Τα ευρήματα του τάφου, που μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα, περιλάμβαναν μια χρυσή βασιλική σφραγίδα με παράσταση γρύπα, 4 χρυσές γλαύκες και, το σημαντικότερο εύρημα, ένα χρυσό δαχτυλίδι με απεικόνιση ιερού κορυφής Μινωικού τύπου. 

Οι θολωτοί τάφοι της Τραγάνας

Ο Θολωτός τάφος Ι της Τραγάνας, ένας από τους μεγαλύτερους της Μεσσηνίας. © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣτη θέση Βιγλίτσα Τραγάνας έγινε η πρώτη ανασκαφή σε θολωτό τάφο. Ο Ανδρέας Σκιας το 1909 ανέσκαψε το δρόμο του θολωτού τάφου Ι. Πιστεύοντας όμως ότι δεν προχωρούσε περαιτέρω σταμάτησε την ανασκαφή, στην οποία επανήλθε το 1912 ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης.  Κι αυτός, ωστόσο, δεν πήγε σε μεγάλο βάθος, διαπίστωσε, ωστόσο ότι επρόκειτο για τάφο 'βασιλικών' διαστάσεων. Η πλήρης ανασκαφή του τάφου έγινε τελικά από τον Μαρινάτο στη δεκαετία του 1950. Διαπιστώθηκε ότι ο τάφος είχε διάμετρο 7,35 μέτρα και ότι χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αδιάλειπτα ως την πρώιμη Γεωμετρική εποχή.

 Ανακαλύφθηκαν σημαντικότατα ευρήματα εντός του τάφου, όπως μια πήλινη πυξίδα του 12ου αιώνα π.Χ., με απεικόνιση ιστιοφόρου και ένας σφραγιδόλιθος από σάρδιο που εικονίζει γρύπα. Τα ευρήματα αυτά εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στο Μουσείο της Χώρας, από την άλλη μεριά, εκτίθενται τα ευρήματα από την αρχική φάση του τάφου, του 15ου αι. π.Χ., που περιλαμβάνουν τρεις πιθαμφορείς με φυτικό διάκοσμο, όπου κυριαρχούν τα φύλλα κισσού, αλλά  και  χάλκινος δίωτος αμφορέας που βρέθηκε παραμορφωμένος μαζί και με άλλα χάλκινα σκεύη στον δρόμο του τάφου. 

Ο θολωτός τάφος ΙΙ από την άλλη μεριά ήταν λίγο μικρότερης διαμέτρου, περί τα 7,20 μέτρα, και λίγο νεότερος από τον Ι.  Στα ελληνιστικά χρόνια μετατράπηκε σε κατοικία ή αποθήκη αγροικίας. Περιείχε τρεις λάκκους, εντός των οποίων εντοπίστηκαν κτερίσματα. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του όμως είναι ότι περιείχε μια ακέραιη πυρά, και  μάλιστα διπλή, όπου είχαν απανθρακωθεί και οι νεκροί. Μεταξύ των κτερισμάτων συγκαταλέγεται χρυσό  περιδέραιο  και πλήθος σφραγιδόλιθων με απεικονίσεις κυρίως ζώων.

Ο θολωτός τάφος στα Νιχώρια

Ο περίφημος θολωτός τάφος των Νιχωρίων, που έδωσε πολύ σημαντικά ευρήματα.  © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΟ θολωτός τάφος των Νιχωρίων είναι ο μεγαλύτερος και πλουσιότερος σε ευρήματα μυκηναϊκός τάφος της Μεσσηνίας παρόλο που είχε συληθεί κατά την αρχαιότητα. Κατασκευάστηκε σε περίοπτη θέση στην ΒΔ άκρη της ακρόπολης των Νιχωρίων. Η εξέχουσα κοινωνική θέση των ατόμων που είχαν ενταφιασθεί σε αυτόν, μαρτυρείται και από τις πλούσιες προσφορές (κτερίσματα), που συνόδευαν τους νεκρούς: πήλινα αγγεία, σφραγιδόλιθοι από ημιπολύτιμους λίθους και μικροαντικείμενα από χρυσό, ελεφαντόδοντο και φαγεντιανή. Χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του οικισμού των Νιχωρίων (1400 π.Χ.-1200 π.Χ.). Βρέθηκαν όμως και ίχνη μεταγενέστερης χρήσης του κατά την ύστερη κλασική περίοδο, που συνδέονται με τη λατρεία προγόνων, πρακτική ιδιαίτερα συνηθισμένη όπως προαναφέρθηκε. Πλάι στο θολωτό τάφο βρίσκεται μικρός ταφικός κύκλος, που κατασκευάστηκε την περίοδο 1600-1400 π.Χ και περιείχε ομαδικές, φτωχά κτερισμένες ταφές κυρίως γυναικών και παιδιών.

Οι Θολωτοί τάφοι της Περιστεριάς

Θολωτός τάφος Περιστεριάς  © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΤο 1961 ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ξεκίνησε ανασκαφές στο λόφο της Περιστεριάς. Το 1962 αποκάλυψε σύνολο θολωτών τάφων και  ένα κτίριο που αρχικά είχε θεωρήσει ταφικό περίβολο, το  οποίο σήμερα χαρακτηρίζουμε "κύκλο". Μεταξύ τ συγκων ευρημάτων του τελευταίου συγκαταλέγεται και το  πρωιμότερο, ως τώρα, ειδώλιο της Μεσσηνίας, που απεικονίζει γυναικεία μορφή με ποδήρη χιτώνα,γυμνή στο στήθος, που προσεύχεται κατά τον γνωστό τύπο “Πετσοφά” των Μεσομινωικών χρόνων. Βρέθηκε επίσης πληθώρα χρυσών φύλλων καθώς και χρυσοί θύσανοι, που κοσμούσαν μάλον τις Αιγίδες, αλλά και τις ζώνες (Ιλ. Ξ 181).  

Από  πλευράς  ταφικής αρχιτεκτονικής αποκαλύφθηκαν τρεις θολωτοί τάφοι και ο  απροσδιορίστου χρήσης "Κύκλος" που προαναφέραμε.

Το 1965 έγινε η σημαντικότερη ανακάλυψη, στα πλαίσια της ανασκαφής του θολωτού τάφου 3. Συνολο χρυσών αντικειμένων ήρθε στο φως άθικτο. Η περιγραφή του ανασκαφέα είναι συγκινητική: (ΠΑΕ 1965, σελ. 116) “Ενώ ολόκληρος η θόλος ουδέν παρουσίασεν εύρημα, πλην οστράκων κατά το πλείστον ΜΕ, άτινα ανήκον προφανώς εις την επίχωσιν του Κύκλου, ήρχισαν νυν να αναφαίνωνται υπό το δάπεδον ψήγματα φυλλαρίων χρυσού. Ταύτα απέβαιναν διαρκώς πολυαριθμότοτερα, ενίοτε δε τα φύλλα ήσαν σημαντικών διαστάσεων. Συγχρόνως παρουσιάσθη σειρά λίθων εντός της τάφρου [...]. Οι λίθοι ήσαν πάντες μικροί πλακωτοί, ως και οι των τοίχων της θόλου και ήσαν αρχικώς αραιοί. Βαθύτερον ανεφάνη δεύτερον στρώμα πυκνότερον εκ των αυτών λίθων, τα χρυσά μικρά  ευρήματα επολλαπλασιάζοντο, ων  μεταξύ μια γλαυξ, τρίτωνες, ρόδακες, χρυσοί θύσανοι. Τέλος,  προσκείμενα προς την Νοτίαν πλευράν της ταφρου, ένθα είχε γίνει ήδη σαφές ότι ο βράχος είχε λατομηθή εις αβαθή λάκκον, ανεφάνησαν πρώτον το χρυσούν κύπελλον 1, ακολούθως το διάδημα και είτα το χρυσόν κύπελλον 2. Συγκινητικός υπήρξε ο ενθουσιασμός των εργατών, πάντων κατοίκων Μύρου... Πάντες προσεφέρθησαν να χρησιμεύσουν ως νυκτερινοί φρουροί...Την μεθεπομένη μέραν ευρέθη και τοτρίτον κύπελλον, το οποίον έκειτο μονήρες περί τα 50 εκ. νοτιότερον”. 

Ο θολωτός τάφος Ι αναστηλώθηκε μεταγενέστερα, ωστόσο η αναστήλωση δεν υπήρξε ιδιαίτερα  επιτυχής.

Οι Θολωτοί τάφοι της Κουκουνάρας

Η Κουκουνάρα, 15 χλμ ΒΑ της Πύλου, αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του βασιλείου του Νέστορα, προφανώς πρωτεύουσα ενός από τους 'νομούς'. Το όνομά της στις πινακίδες της Γραμμικής Β' είναι πιθανότατα  pa-ki-ja (Σφαγία) ή ka-ra-do-ro (Χάραδρος).  Στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Κουκουνάρα εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν επτά θολωτοί τάφοι καθώς και κατάλοιπα αρκετά εκτεταμένου οικισμού με μεγάλο πληθυσμό. Η χρήση του χώρου, οικιστική και ταφική ξεκινά ήδη από την Μεσοελλαδική εποχή ως και τους Μυκηναϊκούς χρόνους, οπότε και ερημώνεται εξαιτίας κάποιου καταστροφικού γεγονότος. Οι θολωτοί τάφοι της Κουκουνάρας ανήκουν στα πρωιμότερα μνημεία αυτού του ταφικού τύπου στην Πελοπόννησο. Οι νεκροί ενταφιάζονταν σε μεγαλύτερους ή μικρότερους θολωτούς τάφους και συνοδεύονταν από πολυτελή ή φτωχά κτερίσματα ανάλογα με την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Από τους τάφους προήλθε πληθώρα ευρημάτων όπως χρυσά κοσμήματα, χάλκινα αγγεία και όπλα, λίθινες αιχμές βελών κομμάτια από κράνη με επένδυση από χαυλιόδοντες κάπρου κ.ά.

Σημαντικότατος  ήταν ο θολωτός τάφος 2.  Αν και συλημένος, οι ανασκαφές του Μαρινάτου αποκάλυψαν λάκκο δεξιά της εισόδου με ταφή νεαρού κοριτσιού, 5-6 χρονών, η οποία έφερε στεφάνια από λεπτότατο φύλλο χρυσού. Δύο αλάβαστρα ήταν τοποθετημένα πάνω από  το κεφάλι του παιδιού με κλίση, έτσι ώστε να χύνεται το περιεχόμενό τους στα μαλλιά της. Το κορίτσι φορούσε δύο περιδέραια, ένα από ήλεκτρο κι ένα από φαγεντιανή. Επίσης βρέθηκε πληθώρα εισηγμένων αντικειμένων, όπως ένας αιγυπτιακός σκαραβαίος. 

Ο θολωτός τάφος 2 της Κουκουνάρας.  © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΟ θολωτός τάφος 4 (Γουβαλάρη 2) της Κουκουνάρας.  Σχέδιο Σπ. Ιακωβίδη, δημοσίευση Σπ. Μαρινάτου.© Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. 









Οι θολωτοί τάφοι της Μάλθης

Αν και απομακρυσμένη στην ενδοχώρα, η θέση της Μάλθης, που ταυτίζεται ενδεχομένως με το ομηρικό Δώριον, υπήρξε εξαρχής συνδεδεμένη με τις εξελίξεις κοντά στην παραλιακή ζώνη της Πύλου. Κατά την ΥΕ ΙΙΙ περίοδο η Μάλθη ανάγεται σε μια από τις βασικότερες πόλεις του βασιλείου του Νέστορα. Μεταξύ των άλλων οικιστικών και ταφικών καταλοίπων οι ανασκαφές του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου με επικεφαλής τον Mattias Natan Valmin αποκάλυψαν και τρεις θολωτούς  τάφους στους πρόποδες του λόφου. Ο θολωτός τάφος Ι στέκει ακέραιος σχεδόν και είναι  επισκέψιμος. 

 Η Ακρόπολη της Μάλθης ©ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΈχει διάμετρο θόλου 6,85 μέτρα, ύψος 5,8 μέτρα και έναν ιδιαίτερα μακρύ δρόμο, μήκους 13,5 μέτρων. Και οι τρεις τάφοι είχαν συληθεί στην αρχαιότητα, έδωσαν όμως αρκετά ευρήματα κεραμικής. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται κι ένας τύπος εγχάρακτων αγγείων που ο Valmin χαρακτήρισε 'Αδριατική' κεραμική, αποδίδοντας τη δημιουργία τους σε πληθυσμούς που κατοίκησαν στις ακτές της Αδριατικής από τη Νεολιθική ως την Υστεροελλαδική εποχή. Ο ισχυρισμός του αυτός έχει σήμερα καταρριφθεί.