Πιλοτική Λειτουργία

Η ναυτιλία στη Μυκηναϊκή περίοδο: το βασίλειο της Πύλου
Μυκηναϊκός πολιτισμός και ναυτιλία

ΠυξίδαΗ ναυτιλία κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους ανάπτυξης των βασιλείων. Η κατά καιρούς παρατηρημένη από μελετητές πληθώρα αγαθών εντός των Μυκηναϊκών κοινωνιών έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας ιδιαίτερα δραστήριων εμπορικών θαλασσίων δρόμων και ταυτόχρονα εισροής νέων αγαθών στον Μυκηναϊκό κόσμο από τη Συροπαλαιστίνη, την Αίγυπτο, τη Σικελία και τον δυτικό Ευρωπαϊκό χώρο (Λιπάρες Νήσοι, Ισπανία, Βρετανία). Ιδιαίτερα κατά τον 14ο και 13ο αι. π.Χ. παρατηρείται μεγάλη εμπορική δραστηριότητα που οφείλεται είτε στην περαιτέρω ανάπτυξη του Μυκηναϊκού εμπορίου είτε στην αδυναμία ελέγχου σταθερών θαλασσίων δρόμων. Ωστόσο, μεγάλος αριθμός λιμένων με έντονη τη Μυκηναϊκή παρουσία (εμπορικοί σταθμοί) μαρτυρείται αρχαιολογικά στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου (Κύπρος), της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου, ιδιαίτερα μετά την παρακμή της Μινωικής εμπορικής δραστηριότητας (1400 π.Χ. και εξής).

Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα – κυρίως από τις πινακίδες Γραμμικής Β της Πύλου- φαίνεται ότι ο έλεγχος του εμπορίου γινόταν από την κεντρική εξουσία των Μυκηναϊκών βασιλείων, καθώς απουσιάζουν όροι που να υποδηλώνουν τον έμπορο ή την τάξη των ιδιωτών εμπόρων. Σημαντικότερα υλικά που αποτελούσαν αντικείμενο εμπορικής διακίνησης κατά την περίοδο αυτή έχουν αναδειχθεί αρχαιολογικά ο χαλκός και ο κασσίτερος. Ο κασσίτερος ερχόταν στα λιμάνια της Μεσογείου από τη Δυτική Ευρώπη και την Ανατολή, ενώ ο χαλκός κυρίως από την Ανατολή και την Κύπρο. Επιπλέον, στα πλαίσια του ανταλλακτικού εμπορίου οι Μυκηναίοι εξήγαν αγγεία, κρασί, λάδι, όπλα, λινό και αρωματικά έλαια ενώ εισήγαν ελεφαντόδοντο και ημιπολύτιμους λίθους.

Τμήμα τοιχογραφίας και σχεδιαστική αναπαράσταση πλοίου από την Ίκλαινα © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΤο σημαντικότερο μέσο αυτών των ανταλλαγών ήταν το Μυκηναϊκό εμπορικό πλοίο το οποίο κατά την περίοδο αυτή δε διέφερε από αυτά των πολεμικών επιχειρήσεων. Συμφωνα με τον Θουκυδίδη τα μυκηναϊκά πλοία ήταν πιο πλατιά και λιγότερο επιμήκη σε σχέση με τα στενά και ραδινά Μινωικά. Τα μυκηναϊκά πλοία διακρίνονταν από το μέγεθος και τον αριθμό των κουπιών (δέκα, είκοσι, πενήντα μέχρι εκατόν είκοσι). Η μορφή των πλοίων της περιόδου αποδίδεται στις παραστάσεις αυτών σε τοιχογραφίες, αγγεία και πήλινα ομοιώματα (βλ. πυξίδα από τον θολωτό τάφο Ι της Τραγάνας, αγγεία του Κύνου στη Φθιώτιδα και τοιχογραφία της Ίκλαινας). Πρόσφατη επανεξέταση των τοιχογραφιών από το ανάκτορο της Πύλου και συγκεκριμένα από την αίθουσα 64 αρχικά επιβεβαιώνει τα διαφορετικά μεγέθη των πλοίων τα οποία ίσως έφεραν και ζωγραφικές διακοσμήσεις στο σκάφος τους. Συμφωνα με την αναπαράσταση της τοιχογραφίας στην αίθουσα 64 από το ανάκτορο του Νέστορα, η μορφολογία των πλοίων της Πύλου –τουλάχιστον εκείνων που πιθανόν συμμετείχαν σε κάποιο είδος πομπών- φαίνεται να ομοιάζουν περισσότερο στα ραδινά επιμήκη Μινωικά/Κυκλαδικά χωρίς ωστόσο να διαφεύγουν των τύπων Τραγάνας και Κύνου. Χαρακτηριστικά είχαν επίπεδη καρίνα, ελαφρώς τοξοειδές σχήμα υφάλων και μία ή δύο σειρές ορόφων κάτω από το κατάστρωμα. Έφεραν ξάρτια, μονές σειρές κουπιών ενώ ανάλογα με το μέγεθός τους είχαν διπλό ή μονό πηδάλιο. Σημαντικότατα, ωστόσο, για τη μορφολογία και τα εμπορεύματα των Μυκηναϊκών πλοίων είναι το ναυάγιο της Χελιδονίας Ακρας (1200 π.Χ.) το οποίο μετέφερε περί τα 500 κιλά ταλάντων, του Ουλού Μπουρούν (14ος αι. π.Χ.) με επίσης χάλκινα τάλαντα, διάφορα μέταλλα, πρώτες ύλες και κεραμική, καθώς και το ναυάγιο στη νησίδα Μόδι (12ος αι. π.Χ.).

Η δυναμική του Μυκηναϊκού στόλου ίσως μπορεί να παρατηρηθεί στον Ομηρικό κατάλογο των πλοίων που έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα 1.186 πλοία, τα 90 απεστάλησαν από την ευρύτερη περιοχή της Πύλου με ηγεμόνα το Νέστορα. Συγκεκριμένα, οι πόλεις (οικισμοί) που αναφέρονται από τον Όμηρο ότι παρείχαν πλοία ήταν η Πύλος, η Αρήνη (Ηλεία), το Θρύον (ίσως το μεταγενέστερο Επιτάλιον), η Αίπυ (στην Ηλεία), η Κυπαρισσία, η Αμφιγένεια, ο Πτελεός, το Έλος (Λακωνία) και το Δώριον (ίσως η Μάλθη).

Η σημαντική ναυτική δύναμη της Πύλου, η οποία δεν φαίνεται να διέτρεχε σημαντικό κίνδυνο από την ξηρά, μπορεί να προσδιοριστεί από την καταγραφή των κωπηλατών (Ερέται) [e-re-ta] σε πινακίδες Γραμμικής Β’ (π.χ. C902, An 610). Στη δεύτερη πινακίδα είναι δυνατόν να υπήρχαν 569 κωπηλάτες –συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων, δηλαδή μία δύναμη 20 πλοίων.