Πιλοτική Λειτουργία

Αγροτική παραγωγή και διατροφή


Αγροτική παραγωγή στο βασίλειο του Νέστορα
Το επιστημονικό ενδιαφέρον για τα διατροφικά προϊόντα, την παραγωγή και την παρασκευή τους έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, όσο πληθαίνουν και εξελίσσονται και οι μέθοδοι ανίχνευσης πληροφοριών για αυτά. Για τη μυκηναϊκή Πύλο και το βασίλειο του Νέστορα οι πληροφορίες μας προέρχονται κατά κύριο λόγο από τις πινακίδες της Γραμμικής Β', από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, ιδιαίτερα τα οστά ζώων σε πυρές, καθώς και από την κεραμική και τα αγγεία αποθήκευσης τροφών. Σχετικά πρόσφατα, τα αγγεία αυτά αποτελούν αντικείμενο και νέων τεχνολογικών προσεγγίσεων μέσω φυσικοχημικών μεθόδων, με στόχο την ανίχνευση του περιεχομένου τους. Η διασταύρωση αυτή των πληροφοριών, καθώς και οι συγκρίσεις με λοιπές περιοχές του Μυκηναϊκού κόσμου οδηγούν σε σχετικά ασφαλή συμπεράσματα. 

Κατ' αρχήν, βασικό αγροτικό προϊόν της Μεσσηνίας υπήρξε η ελιά και το ελαιόλαδο. Η σταδιακή αποψίλωση των δασών για καλλιέργεια και βοσκή ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή οδήγησε στην αντικατάσταση τουλάχιστον του 1/4 των καλλιεργήσιμων εδαφών με ελαιόδεντρα. Το έλαιον (e-lai-w-on στις πινακίδες Γραμμικής Β') παραγόταν υπό κρατικό έλεγχο και φαίνεται ότι αποτελούσε εξαγώγιμο προϊόν, είτε στην απλή μορφή του, για βρώση ή πηγή φωτισμού, ή στη  μορφή του αρωματικού λαδιού, για καλλυντική και ιαματική χρήση. Η εύρεση πολλών αποθηκών λαδιού εντός του ανακτόρου του Νέστορα οδήγησε τους ερευνητές να υποθέσουν ότι ένα μέρος του παραγόμενου ελαιολάδου συγκεντρωνόταν στο ανάκτορο με σκοπό την εξαγωγή. 

Σημαντική, επίσης, ήταν και η παραγωγή κρασιού. Η συγκέντρωση κρασιού στο ανάκτορο ήταν επίσης μεγάλη, αφού υπήρχε και χωριστή αποθήκη οίνου για το σκοπό αυτό. Στην πινακίδα Fr 1202 αναφέρεται μια τελετή με το όνομα me-tu-wo-ne-wo, την οποία ο έγκριτος μυκηνολόγος T. Palaima έχει ερμηνεύσει ως “εορτή για τον νέο οίνο”. 

Φυσικά, η αγροτική παραγωγή δεν θα μπορούσε να παραλείπει τα βασικά διατροφικά είδη, που συνίσταντο σε δημητριακά (κυρίως σιτάρι μονόκοκκο και δίκοκκο, βρώμη και κριθάρι), όσπρια, λαχανικά, φρούτα (κυρίως σταφύλια, σύκα, ρόδια) και ενδεχομένως μυρωδικά, αν δεν τα έβρισκαν ελεύθερα στη φύση. Οι πινακίδες Γραμμικής Β' από την Πύλο είναι παραδόξως αρκετά φειδωλές ως προς την κατονομασία φυτών και παραγόμενων αγροτικών προϊόντων πέρα από το κρασί και το λάδι. Ενώ οι πινακίδες αναφέρουν τα περισσότερα είδη ζώων που θεωρούνταν βρώσιμα από τους Πυλιώτες, τα φυτά και τα αγροτικά προϊόντα που κατονομάζονται είναι: σταφύλι και χυμός σταφυλιού (Un 267.8), κριθάρι και σιτάρι (120, 121 F), παντζάρι ή ρέβα (PY Eo276, με επιφύλαξη), σύκο (* 30F), ελιά (122 F-, U-), ρεπάνι (Fr1215?), ξηροί καρποί (αμύγδαλο, καρπός οξιάς) και τα παραγόμενα από αυτούς έλαια (Fr1194?, Fr1207?), φοινικέλαιο (Fr1203?, Fr1208?), Κορίανδρος (*70G), το τριαντάφυλλο, που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στην παραγωγή αρωματικού ελαίου (PY Fr), το φασκόμηλο (PY Fr), η τερέβινθος και το παραγόμενο  τερεβινθέλαιο (*123?KN). 

Τέλος, ξεχωριστή θέση στην αγροτική παραγωγή κατείχε το λινάρι, που φαίνεται ότι παρείχε την πρώτη ύλη για μια ανθούσα βιοτεχνία ύφανσης υπό την αιγίδα του ανακτόρου. Το λινάρι ως πρώτη ύλη αναφέρεται στις πινακίδες των σειρών Na, Ng, Nn, ενώ συχνή είναι  και η αναφορά στις ri-ne-ja, γυναίκες οι οποίες κατεργάζονται το λινάρι, στις πινακίδες των σειρών Aa, Bb. Αντίστοιχη σημασία είχε και η παραγωγή μάλλινων νημάτων και υφασμάτων για την οικονομία της Πύλου, αφού φαίνεται ότι το μαλλί και τα νήματα εξάγονταν και σε περιοχές που είχαν περιορισμένη δική τους παραγωγή, όπως η Θήβα. 

Βιοτεχνική κατεργασία αγροτικών προϊόντων: το παράδειγμα του ιριδέλαιου:

Μελετώντας με σύγχρονες μεθόδους τα ίχνη της τροφικής αλυσίδας των προϊστορικών κατοίκων του κρητομυκηναϊκού Αιγαίου, θα θέλαμε να κάνουμε αναφορά και σε κάποια απρόσμενα δεδομένα που μας εξέπληξαν θετικά και σχετίζονται άρρηκτα, με το βιοτικό επίπεδο των Μυκηναίων. Όσο η αρχαιολογική έρευνα εμβαθύνει,  τόσο απκαλύπτονται οι πολιτισμικοί δεσμοί  των Μυκηναίων με τους Μινωίτες. Συνεπώς, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάλυση σ’ ένα «αινιγματικό» αγγείο (μικκύλο κύπελλο) που εντοπίστηκε σε εργαστήριο αρωματικών ελαίων και αλοιφών (ΜΜ ΙΑ περιόδου) στη θέση Χαμαλεύρι. Τα οργανικά υπολείμματά του (ιριδέλαιο, μίγμα κεριού μέλισσας και δημητριακά) μαρτυρούν ότι πριν από 4.000 χρόνια, (δηλαδή πριν ακόμα δημιουργηθούν τα πρώτα ανάκτορα), οι άνθρωποι της Εποχής του Χαλκού είχαν την τεχνογνωσία να αναγνωρίζουν και να παράγουν το σημαντικότερο συστατικό για την παραγωγή αρωματικών υλών, το ιριδέλαιο, το οποίο αποτελεί το πιο ακριβό αγαθό στη βιομηχανία αρωμάτων έως και σήμερα. Το νέο αυτό ερευνητικό δεδομένο, σχετικά με το παραπάνω πολυτελές προϊόν, έρχεται να καλύψει το κενό ανάλογης μαρτυρίας σε άλλες πηγές και στη Γραμμική Β. Τα παραπάνω ευρήματα σε συνδυασμό με απεικονίσεις του μοτίβου του φυτού της ίριδας σε μεταγενέστερα αγγεία που βρέθηκαν να κτερίζουν υστερομινωικές ταφές, σε Νεκροταφείο στους Αρμένους (1.390-1.190 π.Χ.), επιβεβαιώνουν τη διαρκή χρήση των προϊόντων που εμπεριείχαν ιριδέλαιο (αφού η θέση του μινωικού εργαστηρίου Μπολάνης (ΜΜ ΙΑ), στην προαναφερόμενη περιοχή στο Χαμαλεύρι, απέχει χρονικά περίπου 600 χρόνια από τις απεικονίσεις της υστερομινωικής αγγειογραφίας (ΥΕ ΙΙΙ) στο Νεκροταφείο στους Αρμένους). Επιπροσθέτως, οι αναλύσεις των οργανικών υπολειμμάτων καταμαρτυρούν τη χρήση τέτοιων αρωματικών προϊόντων στις ταφικές πρακτικές. Οι στενοί εμπορικοί δεσμοί μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου εξασφαλίζουν ότι και οι Μυκηναίοι ήταν κοινωνοί της παραπάνω τεχνογνωσίας. 
Η Διατροφή στην Προϊστορική Εποχή: Τα υλικά κατάλοιπα
Η μελέτη της διατροφικής αλυσίδας των προϊστορικών ανθρώπων είναι ένα πεδίο που έχει απασχολήσει αρκετούς ερευνητές από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, καθώς τα εξαγώγιμα συμπεράσματα προσφέρουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία που μπορούν να φωτίσουν ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής. Η αρχαιολογία συναντά τις θετικές επιστήμες και μέσα από σύγχρονες μεθόδους προσπαθεί να συλλέξει πληροφορίες για την κοινωνική ζωή των ανθρώπων της Εποχής του Χαλκού, ώστε να εμβαθύνει στην κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας στο σύνολό της (διατροφή, δημογραφία, κατάσταση υγείας, καλλιέργειες, γαστρονομία, ιατρική με θεραπευτικά βότανα, εκτροφή ζώων, παθολογία ζώων, παλαιογεωγραφία, οικιακή οικονομία, εμπόριο, ήθη και έθιμα).

Αναλύσεις σε κεραμεικά θραύσματα από χρηστικά αγγεία πόσεως και αποθήκευσης Μινωικής και Μυκηναϊκής τέχνης (προερχόμενα από δέκα αρχαιολογικές θέσεις που χρονολογούνται μεταξύ 2.200 – 1.100 π.Χ.) αποκάλυψαν ίχνη οργανικών υπολειμμάτων από τροφές και υγρά που κάποτε «φιλοξενήθηκαν» εντός των προϊστορικών μαγειρικών σκευών, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τη θεωρία των αρχαιολόγων περί διατροφής στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα. Αναλύσεις σε εργαστηριακά δείγματα λόγου χάριν, απέδειξαν ότι:

- στο Ανάκτορο των Μυκηνών μία τριποδική χύτρα, κοντά στο βωμό στην Αίθουσα με την τοιχογραφία, περιείχε κάποτε κρέας, φακές και ελαιόλαδο, 

- στο μεγάλο μαγειρικό αμφορέα αποθήκευαν κρασί επεξεργασμένο με ρητίνη πεύκου (ρετσίνα), ενώ σε τριποδική χύτρα στο Θρησκευτικό κέντρο των Μυκηνών αποκαλύφθηκε κρασί με απήγανο. Ο απήγανος είναι ένα ιδιαίτερο φυτό με διεγερτικές αλλά και ναρκωτικές ιδιότητες, που στην αρχαιότητα συνδέθηκε στενά και με τη μαγεία.   

-Αγγεία από την Κρήτη και τη Θήβα μαρτυρούν την κατανάλωση υδρομελιού, κρασιού και μπύρας ενισχύοντας την άποψη περί γαστρονομικής ομοιογένειας στον Κρητομυκηναϊκό κόσμο. Πιθανότατα υπήρχε κι ένα δυνατό ανάμεικτο ποτό που παραγόταν, εκ των τριών παραπάνω συστατικών, με ζύμωση.

- Ίχνη κριθαριού ή προϊόντος κριθαριού σε πίθο που περιείχε κρασί στον ΠΜ οικισμό της Μύρτου δημιουργούν σοβαρές ενδείξεις ότι παρασκεύαζαν ένα είδος μπύρας από κριθάρι, όπως και οι Αιγύπτιοι. 
Τα βασικά διατροφικά προϊόντα
Κρασί

Άποψη της προθήκης 15 του Αρχαιολογικού Μουσείου Χώρας: στο επάνω ράφι εικονίζονται κύλικες και κύπελα με πόδι, τυπικά αγγεία πόσης κρασιούΤο κρασί αδιαμφισβήτητα αποτελούσε σημαντικό συστατικό της καθημερινής διατροφής. Είναι βέβαιο ότι υπήρχαν διάφοροι τύποι οίνου, γεγονός που οφειλόταν όχι μόνο στις διαφορετικές ποικιλίες αμπέλου από τόπο σε τόπο, αλλά και στις διαφοροποιημένες πρακτικές επεξεργασίας (π.χ. παραγωγή ενός είδους ρετσίνας με ρητίνες πεύκου, κρασί με ρητίνη τερεβίνθου ή κοκκορεβυθιάς, κ.α). Τα νέα τεχνολογικά εργαλεία προσέφεραν τόσο λεπτομερείς πληροφορίες, που οι αρχαιολόγοι αιφνιδιάστηκαν με την εξαιρετικά εκλεπτυσμένη γεύση των ανθρώπων της προϊστορικής εποχής. Ένα από τα κεραμεικά θραύσματα πιστοποίησε ότι χρησιμοποιούσαν δρυ και μάλιστα «ψημένη», για να προσδώσουν άρωμα και ξεχωριστή γεύση σε κρασί με ρητίνη. Αυτό σημαίνει ότι είτε αποθήκευαν το κρασί σε δρύινα «καπνισμένα» βαρέλια ή ότι έριχναν «καπνισμένα» κομμάτια δρυός εντός του βαρελιού. Οποιαδήποτε από τις δύο εναλλακτικές πρακτικές κι αν οικειοποιήθηκαν οι οινοποιοί,  μάς ξαφνιάζει το υψηλό επίπεδο της προϊστορικής οινοποιίας. 

Άλλωστε και η αποθήκη του οίνου στο Ανάκτορο του Νέστορα, αλλά και τα χιλιάδες αγγεία πόσης κρασιού, ειδικά οι κύλικες με πόδι, μαρτυρούν ότι το κρασί καταναλωνόταν σε μεγάλες ποσότητες και σε καθημερινή βάση. 

Κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα

Κρατήρας με σκηνή κυνηγίου από τον τάφο Κοκκέβη, αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας ©ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΝέα ερευνητικά δεδομένα που βασίστηκαν στη μέθοδο της ανάλυσης σταθερών ισοτόπων προέκυψαν από πρωτοποριακές αναλύσεις σε σκελετικό υλικό προερχόμενο από υστεροελλαδικά και μινωικά νεκροταφεία , όπωςο Ταφικός Κύκλος Β’ στις Μυκήνες και 227 θαλαμωτοί τάφοι στους Αρμένους Ρεθύμνου. Η νέα μέθοδος ανιχνεύει τις πρωτεϊνούχες πηγές ενέργειας του οργανισμού με ανάλυση του κολλαγόνου των οστών.  Οι πληροφορίες που προέκυψαν κατέδειξαν ότι, τόσο οι Μινωίτες, όσο και οι Μυκηναίοι, όλων των κοινωνικών τάξεων, εφάρμοζαν μία δίαιτα ιδιαιτέρως πλούσια σε ζωικές πρωτεΐνες. 

Το κρέας, αποτελούσε τροφή που εξασφάλιζαν είτε από το κυνήγι (μία ιδιαίτερα προσφιλή δραστηριότητα των ανθρώπων της Εποχής του Χαλκού με χερσαία θηράματα όπως τα ελάφια, τα αγριογούρουνα, οι αίγαγροι, οι ασβοί, τα κουνέλια, τα άγρια βοοειδή, τα πουλιά, οι λαγοί, κ.ά.) είτε από οικόσιτα ζώα (γίδες, δαμάλια, αιγοπρόβατα, βοοειδή ). Το κατανάλωναν άλλοτε ψημένο στη θράκα και άλλοτε μαγειρεμένο στη χύτρα με όσπρια ή λαχανικά. Μελέτη του ζωοαρχαιολογικού υλικού επιβεβαιώνει ότι ειδικά μέρη των σφαγίων παστώνονταν ή καπνίζονταν για την παραγωγή του χοιρομερίου, γνωστού κι από τις αναφορές που σώζονται στα ομηρικά έπη. 

Διπλοί πελέκεις από τον Άγιο Ιωάννη Παπουλίων, αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας©ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣτον Ελλαδικό χώρο αναπτύχθηκε από πολύ νωρίς η τυροκομία δημιουργώντας με την πάροδο του χρόνου τοπικές παραδόσεις σε πολλές περιοχές,  που φημίζονταν για τα τυροκομικά τους προϊόντα. Ήδη από τα τέλη της Νεολιθικής Περιόδου η κτηνοτροφία αρχίζει να εξυπηρετεί, εκτός από την εξασφάλιση κρέατος, και την παραγωγή των γαλακτοκομικών υποπροϊόντων (η επονομαζόμενη «Επανάσταση των δευτερογενών προϊόντων», που επιφέρει μία σειρά από καθοριστικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία).Τα γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, γιαούρτι, τυρί) κέρδισαν πολύ γρήγορα μία σημαντική θέση στο καθημερινό διαιτολόγιο• δεν είναι τυχαίες άλλωστε οι αντίστοιχες μυθολογικές αναφορές, ούτε και η ομηρική μνεία της «Οδύσσειας» στον κτηνοτρόφο – τυροκόμο κύκλωπα Πολύφημο με τις λεπτομερείς περιγραφές του ποιητή γύρω από την παρασκευή και την ωρίμανση τυριών. 

Τηγανόσχημο σκεύος με υπολείμματα του τελευταίου νεκρόδειπνου από το Ρούτσι Μυρσινοχωρίου ©ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΑναφορικά με τα ευρήματα της Πύλου, οι διπλοί πελέκεις που έχουν εντοπιστεί σε τάφους, όπως στον Άγιο Ιωάννη Παπουλίων, στο Ρούτσι Μυρσινοχωρίου και αλλού, μαρτυρούν ότι στα νεκρόδειπνα καταναλωνόταν κρέας. Άλλωστε και στα κατάλοιπα τροφής που βρέθηκαν σε τηγανόσχημο σκεύος στο Ρούτσι έχει ανιχνευθεί αρνίσιο κρέας. Χαρακτηριστικός για τον τρόπο μαγειρέματος του κρέατος στα κάρβουνα είναι ο  πήλινος κρατευτής που βρέθηκε στην αποθήκη του οίνου του ανακτόρου του Νέστορα, ένα παραληλλόγραμμο ρηχό σκεύος με εγκοπές για να ακουμπούν τις μικρές σούβλες. Επίσης, οι  τιμές που αποδίδονταν στους δύο ενταφιασμένους κυνηγούς στον τάφο Αγγελόπουλου 6 στα Βολιμίδια (όπου βρέθηκε και το κωνικό ρυτό με κεφαλές  ζώων) για αιώνες μετά  τον θάνατό τους αποτελούν ένδειξη ότι οι  κυνηγετικές ασχολίες και όσοι τις ασκούσαν έχαιραν κοινωνικής εκτίμησης. 

Συστατικά και τρόποι μαγειρέματος

Ρυτό με κεφαλές ζώων, ελαφιών και βοοειδούς από τάφο κυνηγών στα Βολιμίδια ©ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΟι αναλύσεις σε τριποδικά μαγειρικά σκεύη διαφόρων σχημάτων από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές φώτισαν το διαιτολόγιο των κατοίκων γύρω από το Αιγαίο κατά την Εποχή του Χαλκού, για το οποίο μπορούμε πλέον να μιλήσουμε με μεγάλη ασφάλεια. Τα αποτελέσματα των αναλύσεων έδωσαν συστατικά που παραπέμπουν σε: ελαιόλαδο μαγειρικής χρήσης, λαχανικά (όπως π.χ. το γλυκό κολοκύθι, φυλλώδη λαχανικά), όσπρια, κηρούς φρούτων,  σπόρους λαθουρίου, μέλι και κρέας. Αρκετές φορές ανιχνεύτηκαν σύνθετα μείγματα, στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι αυτής της πρώιμης κοινωνίας επέδειχναν αρκετό ενδιαφέρον για την ικανοποίηση του ουρανίσκου τους και γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν ποικίλες συνταγές, στις οποίες συνδύαζαν διάφορα είδη κρεάτων μαγειρεμένα με λάδι, όσπρια, δημητριακά, ή ακόμα και φρούτα (έχουν βρεθεί μαγειρεμένα σταφύλια). Μαγείρευαν λαχανόσουπες ή ανάμεικτες σούπες με όσπρια και λαχανικά, ενώ ήταν ευρέως διαδεδομένη η χρήση καρυκευμάτων, μυρωδικών και μπαχαρικών (π.χ. σουσάμι, κύμινο, κάρδαμο, κόλιανδρος, κουκουνάρι, σέλινο, κρεμμύδι, άγρια βότανα, κάπαρη, αρωματικά φυτά που είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ελλάδα έως και σήμερα, όπως άνηθος, ρίγανη, βασιλικός, μάραθος, θυμάρι, μέντα). Οι προαναφερόμενες αναλύσεις σε συνδυασμό με τα ανασκαφικά δεδομένα (κατάλοιπα σπόρων και λοιπών δειγμάτων παλαιοχλωρίδας) συνθέτουν μία λεπτομερή εικόνα της οικονομίας και των διατροφικών συνηθειών των ανθρώπων της  εποχής. 

Σε ευρύτατη χρήση ήσαν τα καλλιεργήσιμα δημητριακά (σιτάρι μονόκοκκο και δίκοκκο, κριθάρι, πικρός βίκος) και όσπρια (φακές, φασόλια, φάβα, κουκιά, ρεβίθια), οι ελιές και το λάδι, τα σταφύλια και τα σύκα (τα οποία καταναλώνονταν είτε φρέσκα είτε  αποξηραμένα). Γνώριζαν επίσης, το αγγούρι, τις αγκινάρες, τα μπιζέλια και την καλλιέργεια της βρώμης. Το διαιτολόγιο της εποχής συμπληρωνόταν από ξηρούς καρπούς (αμύγδαλα, κάστανα, σταφίδες, καρύδια), εποχικά φρούτα (μήλα, περγαμόντο, ρόδια, κυδώνια, αχλάδια, δαμάσκηνα) και γλυκίσματα με βάση το μέλι, το σουσάμι ή τα φρούτα.

Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ότι το ελαιόδεντρο κατείχε θέση κομβικής σημασίας στην οικοτεχνία αλλά και βιοτεχνία. Ο καρπός της ελιάς καταναλώνεται με ποικίλους τρόπους: α) είτε ως τροφή, β) είτε ως πολτός (για ζωοτροφή ή καύσιμη ύλη), γ) ως θραύσματα ελαιοπυρήνων που χρησιμεύουν ως άκαπνο καύσιμο είτε οικιακής χρήσης (για τη μαγειρική και τη θέρμανση), είτε βιοτεχνικής χρήσης (για το καμίνι) και δ) βέβαια σε μορφή ελαιόλαδου (στην τροφή, στο μαγείρεμα, στη συντήρηση τροφίμων, ως ύλη για φωτισμό, αρωματικά έλαια, ως φάρμακο). Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποδείξει ότι το ελαιόλαδο, όπως και το κρασί, αποτελούσε ένα από τα βασικότερα εξαγώγιμα προϊόντα κατά την Εποχή του Χαλκού, τόσο προς τα λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου, όσο και προς Δυσμάς. 

Ψάρια και θαλασσινά

Αν και η συχνότητα εύρεσης οστρακοειδών και μαλακίων δεν είναι τόσο μεγάλη όσο αρχικώς περίμεναν οι ερευνητές, οι άνθρωποι της προϊστορικής εποχής κατανάλωναν θαλασσινά. Επιπροσθέτως, η παρουσία ψαριών σε αρχαιολογικές θέσεις που δεν είναι παράκτιες αποτελεί άλλη μία μαρτυρία όχι μόνο για τις γευσιγνωστικές επιλογές των κατοίκων, αλλά και για τις εμπορικές συναλλαγές, την επικοινωνία στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο, καθώς επίσης και για τις γνώσεις αναφορικά με τη συντήρηση αυτής της τόσο ευπαθούς τροφής .