Πιλοτική Λειτουργία

Ιστορία των ανασκαφών της Πυλίας

Χρονολόγιο ανασκαφών

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας, μας παρείχαν συστηματικές καταγραφές της τοπογραφίας και των μνημείων της Πυλίας και ιδιαίτερα της Πύλου. Στις μαρτυρίες αυτές βασίστηκαν οι περιηγητές του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα ο Dodwell, o Pouqueville και ο Gell, για τις δικές τους περιγραφές και ερμηνείες του τοπίου και των αρχαιολογικών καταλοίπων. Ωστόσο, οφείλουμε  την πρώτη συστηματική καταγραφή των μνημείων της περιοχής καθώς και της Πελοποννήσου στο σύνολό της στους επιστήμονες που συνόδευαν το εστρατευτικό σώμα των Γάλλων του Μαιζόν που εκδίωξαν τον Ιμπραήμ και να επέβαλαν τους όρους των διεθνών συνθηκών για την ανεξαρτησία της Ελλάδος (1828-1833). Η Expedition scientifique de la Morée σε επιμέλεια των Bory de Saint-Vincent και Jean Baptiste Genevieve Marcellin, αποτελεί μια εξαιρετική περιγραφή της τοπογραφίας, της αρχαιολογίας και της χλωρίδας και πανίδας της περιοχής από 17 έγκριτους λογίους της εποχής. 
            
Το 1874 ο Ερρίκος Σλήμαν  έκανε την πρώτη του απόπειρα να εξερευνήσει το “σπήλαιο του Νέστορα”, στην περιοχή του Κορυφασίου. Εκτός από την ανακάλυψη οστράκων μυκηναϊκής κεραμικής, άγνωστης ως τότε στη δυτική Πελοπόννησο, ο Σλήμαν δεν κατάφερε να εντοπίσει το ανακτορικό κέντρο του δεύτερου μεγαλύτερου ομηρικού βασιλείου. Το 1888 ο Σλήμαν επανέλαβε την προσπάθειά του, και πάλι όμως χωρίς επιτυχία. 
Οι πρώτες ανασκαφικές προσπάθειες
Ο δρόμος του θολωτού τάφου Ι της Τραγάνας με ίχνη από τους τροχούς της νεκρικής άμαξας. Φωτογραφία από τις ανασκαφές του Σπ. Μαρινάτου.  © Εν Αθήναις Αρχαιολογική ΕταιρείαΤα μνημεία που πρώτα προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων στην περιοχή της Πύλου ήταν οι θολωτοί τάφοι. Άλλωστε η περιοχή μας έχει δώσει τα πρωιμότερα και πολυπληθέστερα δείγματα αυτού του τύπου τάφων, τόσο χαρακτηριστικών της Μυκηναϊκής περιόδου. 

Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο G.B.Grundy είχε παρατηρήσει το θολωτό τάφο της Βοϊδοκοιλιάς, γνωστό σήμερα ως 'Τάφος του Θρασυμήδη”. Το 1909 ο Ανδρέας Σκιάς  μέλος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, ανασκάπτει το στόμιο του θολωτού τάφου Ι στη Βιγλίτσα Τραγάνας. Θεωρώντας ότι το στόμιο αποτελεί τον ίδιο τον τάφο, δεν συνεχίζει την ανασκαφή. Στον ίδιο τάφο επανέχεται ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης το 1912 συνεχίζοντας την ανασκαφή, η οποία τελικά ολοκληρώθηκε από τον Σπ. Μαρινάτο τη δεκαετία του 1950. 

Το 1925-26 ο Κουρουνιώτης ανασκάπτει τον θολωτό τάφο του Οσμάναγα, τον πρωιμότερο θολωτό τάφο της Πυλίας ως σήμερα. Η επιτυχημένη αυτή ανασκαφή δημιουργεί στον Κουρουνιώτη την πεποίθηση ότι η Μυκηναϊκή Πύλος θα πρέπει να αναζητηθεί στην περιοχή αυτή. Την ίδια περίοδο ο Carl Blegen περιηγείται την Ελλάδα και περνάει και από την Πύλο. Ο θολωτός τάφος του Οσμάναγα.  © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΔεν αποκλείεται οι δύο άνδρες να γνωρίστηκαν εδώ. Το 1929 πάντως ο Κουρουνιώτης απευθύνει πρόσκληση συνεργασίας στον Blegen για μια κοινή αρχαιολογική αποστολή στην Πύλο. Την περίοδο εκείνη όμως ο Blegen ήταν ήδη απασχολημένος με άλλες αρχαιολογικές θέσεις στην Ελλάδα καθώς και με την προοπτική των ανασκαφών στην Τροία, που ξεκίνησαν τελικά το 1932. 




Οι ανασκαφές στον Εγκλιανό
Την άνοιξη του 1939 ο Blegen ολοκληρώνει τις ανασκαφές του στην Τροία και στέλνει μια επιστολή στον Κουρουνιώτη, ανακοινώνοντάς του ότι σε λίγους μήνες θα βρεθεί στην Ελλάδα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες για την αρχαιολογική έρευνα στην Πύλο. 

Χειρόγραφο προσχέδιο τηλεγραφήματος του Blegen προς τον Κουρουνιώτη με ανακοίνωση των ευρημάτων και πρόσκληση για άμεση επίσκεψη στην Πύλο © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.Blegen

Αναδημοσίευση της πρώτης σελίδας του ημερολογίου ανασκαφών του Blegen  στο περιοδικό NESTOR, όπου περιγράφεται επιγραμματικά η έναρξη της ανασκαφής. © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.Blegen.Προσχέδιο επιστολής του Blegen προς τον Κουρουνιώτη για την επικείμενη έναρξη των ανασκαφών στην Πύλο © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.Blegen.O Blegen και η ομάδα του ολοκληρώνουν μια σειρά ερευνών στην περιοχή της Πύλου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1939. Από τη συγκέντρωση της κεραμικής επιλέγουν τελικά ως προσφορότερη θέση για ανασκαφή το λόφο του Εγκλιανού. Η ανασκαφή ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 1939, μια βροχερή και σκοτεινή μέρα, όπως σημειώνει ο Blegen στο ημερολόγιο ανασκαφών. Αφού βρέθηκαν οι αναγκαίοι εργάτες, η ανασκαφή ξεκίνησε και μέσα στις πρώτες ώρες η αρχαιολογική σκαπάνη έφτασε σε τοίχους και αποκάλυψε τις πρώτες πινακίδες σε Γραμμική Β'. Ο Blegen τηλεγραφεί άμεσα στον Κουρουνιώτη να έλθει στην Πύλο. Οι αρχαιολόγοι ταυτίζουν το ανάκτορο με την έδρα του ομηρικού βασιλιά Νέστορα. Από τα πιο σημαντικά ευρήματα είναι η αποκάλυψη χιλιάδων πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β'. Την ίδια χρονιά ανασκάπτεται επίσης και ο θολωτός τάφος ΙΙΙ  του Κάτω Εγκλιανού. 

Η έναρξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου ανακόπτει την ανασκαφική πορεία. Εν τω μεταξύ όμως οι αρχαιολόγοι έχουν προλάβει να φωτογραφήσουν τις πινακίδες. Ενώ τα πρωτότυπα κατευθύνονται στην Αθήνα για να φυλαχθούν στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας Αθηνών, τα αρνητικά των φωτογραφιών ταξιδεύουν για την Αμερική με το τελευταίο αμερικανικό επιβατηγό πλοίο που εγκαταλείπει την Μεσόγειο. Για μια δεκαετία και περισσότερο το επίκεντρο των ερευνών θα μεταφερθεί στο χώρο της γλωσσολογίας και θα προσελκύσει το  ενδιαφέρον πολλών μυκηνολόγων και γλωσσολόγων, όπως ο Emmett Bennet, η Alice Kober, o Κωνσταντίνος Κτιστόπουλος και ο Michael Ventris

Φωτογραφία από τον τάφο 6 της ομάδας Αγγελόπουλου στο Βολιμίδια κατά τις ανασκαφές του Μαρινάτου ©Εν Αθήναις Αρχαιολογική ΕταιρείαΤο 1952 ο Ventris ανακοινώνει ότι έσπασε τον κώδικα της Γραμμικής Β'. Την ίδια χρονιά ξαναρχίζουν οι ανασκαφές στο λόφο του Εγκλιανού, οι οποίες θα διαρκέσουν περίπου 15 χρόνια. Στο πεδίο εργάζονται πληθώρα γνωστών αρχαιολόγων, ξένων και Ελλήνων. Η ομάδα του Blegen απαρτίζεται, μεταξύ άλλων, από τον W. MacDonald, την Mary Rawson, τη σύζυγό του Elizabeth Pierce Blegen, τον Lord William Taylour, την Mabel Lang και πολλούς άλλους.  Μεταξύ των Ελλήνων συναδέλφων του συγκαταλέγονται ο Δ. Θεοχάρης, ο Ι. Τραυλός και ο Γ. Παπαθανασόπουλος.  Ολοκληρώνεται η αποκάλυψη του ανακτόρου, γίνονται δοκιμαστικές τομές στην επονομαζόμενη “Κάτω Πόλη”, δηλαδή τον οικισμό των απλών ανθρώπων που περιέβαλλε το ανάκτορο, και ανασκάπτονται δύο ακόμη τάφοι, ο Θολωτός τάφος ΙV και ο Τάφος Βαγενά. 

Την ίδια περίπου περίοδο (1952-1967) ο Σπυρίδων Μαρινάτος διεξάγει ανασκαφές ανά την Πυλία και την Τριφυλία, υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Στόχος του είναι να αποκαλύψει την τοπογραφία της ομηρικής Πύλου. Ανασκάπτει στα Βολιμίδια, στον Αϊ-Λιά, στην Καταβόθρα, στο Μυρσινοχώρι (θέση Ρούτση), στην Τραγάνα, στη Βοϊδοκοιλιά, στην Περιστεριά, στην Κουκουνάρα και στο Κορυφάσιο, αλλά και σε άλλες περιοχές.

Επιστολή από τον Calvin Philips προς τον W. Canaday όπου διατυπώνονται αμφιβολίες για την ταύτιση του Εγκλιανού με την έδρα της μυκηναϊκής Πύλου © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W. Blegen.Παρά το γεγονός ότι η ανακάλυψη του ανακτόρου του Εγκλιανού χαιρετίστηκε από  τον τύπο και την ακαδημαϊκή κοινότητα ως σπουδαίο γεγονός, δεν έλειψαν και οι επικρίσεις. Ήδη από πολύ νωρίς διατυπώθηκαν αμφιβολίες για την ταύτιση του ανακτόρου του Εγκλιανού με την κατοικία του Νέστορα και με το διοικητικό κέντρο της μυκηναϊκής Πύλου. Παράλληλα, γκρίνιες και επικρίσεις ακούγονταν και σχετικά με το  ζήτημα της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β', καθώς η έκδοση των επιγραφών και η ανακοίνωση πορισμάτων συνεχιζόταν. Η περιστασιακή αλληλογραφία του Blegen με τον Ventris και τον Chadwick, αλλά και η συχνή του επικοινωνία με τον Emmett Bennet φανερώνει ενδιαφέρουσες πτυχές αυτής της παράλληλης πορείας για την αποκάλυψη όσο το δυνατόν περισσότερων λεπτομερειών για τη ζωή στην Πύλο.

Το πόσο στενά συνεργαζόταν η αρχαιολογία με τη γλωσσολογία εκείνες τις μέρες φαίνεται γλαφυρά από την εναρκτήρια παράγραφο επιστολής του Chadwick προς τον Blegen με ημερομηνία 26 Μαρτίου 1954 για την ανακοίνωση του τελευταίου σχετικά με την “Πινακίδα των Τριπόδων”: “Αγαπητέ καθηγητά Μπλέγκεν, ευχαριστώ για το ανάτυπο του άρθρου σας σχετικά με την πινακίδα των Τριπόδων από τον αναμνηστικό τόμο του Οικονόμου. Σας είμαστε υπόχρεοι για την ανακάλυψη της πινακίδας, γιατί προσέφερε την καλύτερη επιβεβαίωση και μας έδωσε  τη δυνατότητα να πείσουμε πολλούς αμφισβητίες. Νομίζω ότι θα είχαμε καταφέρει να κερδίσουμε τη μάχη τελικά, με το συμπληρωματικό υλικό, όμως η ανακάλυψή σας μας χάρισε μια εύκολη νίκη”. 

Επιστολή του Chadwick προς τον Blegen με ημερομηνία 26 Μαρτίου 1954 © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.Blegen.

Η σημασία της ανασκαφής στον Εγκλιανό κινητοποίησε την Αρχαιολογική Υπηρεσία και προς την κατεύθυνση της προστασίας και ανάδειξης των ευρημάτων. Πολλά από τα κινητά  ευρήματα ξεκίνησαν να συντηρούνται από έγκριτους συντηρητές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και στη διάρκεια των ετών 1960-1961 κατασκευάστηκε το πρώτο μεταλλικό στέγαστρο, που προστάτευε από τις καιρικές συνθήκες το κεντρικό κτίριο του Ανακτόρου. 

Το 1961 ξεκίνησε μια νέα μεγάλη επιφανειακή έρευνα στην περιοχή της Μεσσηνίας, το University of Minnesota Messenian Expedition (UMME) υπό την επίβλεψη του W. MacDonald και του R. Hope Simpson. Ο MacDonald  υπήρξε στενός συνεργάτης του Blegen, και ήταν ο τελευταίος που τον ώθησε να ανακαλύψει τα όρια του βασιλείου της Πύλου. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη ως τότε διεπιστημονική έρευνα επιφάνειας στην περιοχή της Μεσσηνίας, που κάλυψε συνολικά 1.400 τ.χιλ. Η έρευνα αυτή άλλαξε τα δεδομένα της αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα, καθώς καθιέρωσε τη διεπιστημονική προσέγγιση, φέρνοντας σε συνεργασία αρχαιολόγους, ιστορικούς και γεωλόγους, τοπογράφους κλπ.  Τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν από τον MacDonald και τον George  Rapp το 1972 σε έναν τόμο με τίτλο: The Minnesota Messenia Expedition: Reconstructing a Bronze Age Regional Environment.

To 1962 το Πανεπιστήμιο Αθηνών τίμησε τον Blegen αναγορεύοντάς τον επίτιμο διδάκτορα και το 1965 ήταν η σειρά του Αμερικανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (AIA) να τον τιμήσει για το σύνολο του έργου του με την απονομή χρυσού μεταλλίου. Την ίδια χρονιά, ο Μαρινάτος έφερε στο φως το θολωτό τάφο 3 της Περιστεριάς με τα χρυσά κτερίσματα, που μας αποκάλυψαν τον πλούτο που ενδεχομένως θα περιείχαν και άλλοι μυκηναϊκοί τάφοι αν δεν είχαν συληθεί ήδη από την αρχαιότητα.  

Επιστολή του Μαρινάτου προς τον Blegen όπου του ανακοινώνει την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Παν/μίου Αθηνών. © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.BlegenΠαράλληλα με την ανασκαφική δραστηριότητα, προετοιμάζεται και η δημοσίευση των δεδομένων των ανασκαφών στον Εγκλιανό. Έτσι, το 1966, τελευταία χρονιά της ανασκαφής, εκδίδεται ο πρώτος τόμος από το μνημειώδες έργο The Palace of Nestor, σε επιμέλεια Carl Blegen και Marion Rawson. Την επόμενη χρονιά αρχίζει η ανοικοδόμηση του Αρχαιολογικού Μουσείου Χώρας, προκειμένου να στεγαστούν τα πολυάριθμα ευρήματα από τις ανασκαφές του Blegen στον Εγκλιανό και του Μαρινάτου στις θέσεις και τα νεκροταφεία της Πυλίας πέριξ του Εγκλιανού. 

Το 1969 εκδίδεται ο δεύτερος τόμος των ανασκαφικών  δεδομένων, σε επιμέλεια M. Lang, ο οποίος επικεντρώνεται στην έκδοση των σπαραγμάτων των τοιχογραφιών που εντοπίστηκαν κατά χώραν ή μέσα σε αποθέτες στον χώρο του ανακτόρου. Η αποτύπωση και οπτική αποκατάσταση των τοιχογραφιών ήταν βασικά έργο του Piet de Jong, ζωγράφου και αρχιτέκτονα της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα, που είχε συμμετάσχει και σε άλλα σημαντικά έργα, όπως οι ανασκαφές των Μυκηνών και της Κνωσού. 

Απόδειξη είσπραξης ποσού από τον Piet de Jong για μέρος του έργου του στην Πύλο © Aμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, αρχείο Carl W.Blegen.





Το 1974 πεθαίνει με τραγικό τρόπο ο Μαρινάτος στη Σαντορίνη. Ο Γ. Σ. Κορρές είχε ήδη αναλάβει από την προηγούμενη χρονιά να συνεχίσει το ανασκαφικό έργο του προκατόχου του στην περιοχή και παράλληλα να εκδόσει μέρος από το ανέκδοτο ανασκαφικό υλικό του Μαρινάτου.  Ανασκάπτει την Κουκουνάρα, τις Φυτιές, τα Καμίνια Κρεμμυδιών, τον Αγ. Ιωάννη Παπουλίων, το Σπήλαιο Νέστορος, τη Βιγλίτσα Τραγάνας, τη θέση Ρούτσι Μυρσινοχωρίου κ.ά. Οι έρευνες του Κορρέ, όπως και του προκατόχου του, τελούν υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Παράλληλα στην περιοχή δραστηριοποιείται ανασκαφικά και η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Ολυμπίας, στην οποία υπάγεται η Μεσσηνία. Η ανασκαφική δραστηριότητα της Εφορείας είναι αμείωτη κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών.

Τέλος, το 1990 ξεκίνησε νέα μεγάλη επιφανειακή έρευνα στην περιοχή της Πυλίας, γνωστή ως PRAP: Pylos Regional Archaeological Project. 
Η έρευνα είχε τρεις βασικούς στόχους: (α) την εξερεύνηση της Πυλίας κυρίως μέσω της επιφανειακής έρευνας και των γεωφυσικών διασκοπήσεων με συγκέντρωση όλων των επιφανειακών ευρημάτων, (β) τη διερεύνηση των ορίων του βασιλείου του Νέστορα και την οριοθέτηση της εντεύθεν και εκείθεν Πυλίας και (γ) την επισταμένη έρευνα γύρω από το  ανάκτορο που συμπεριλάμβανε τη μελέτη και του δεύτερου σημαντικού κέντρου, ενός ελληνορωμαϊκού οικισμού και τουλάχιστον ενός μεσαιωνικού οικισμού. Στο πλαίσιο του τελευταίου στόχου έλαβε χώρα και η αεροφωτογράφιση της περιοχής του Εγκλιανού υπό τον Frederick Cooper. 

Αεροφωτογραφία του ανακτόρου από τον Fr. Cooper. © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΗ πρώτη διερευνητική αποστολή πραγματοποιήθηκε το 1991 και ακολούθησαν τρεις  ακόμη αποστολές τα επόμενα 3 χρόνια. Συνολικά εξερευνήθηκαν 40 τ.χιλ. γύρω από το ανάκτορο και στο φαράγγι του Εγκλιανού  και διπλασιάστηκε σχεδόν ο αριθμός των γνωστών θέσεων και οικισμών στην περιοχή αυτή. Παράλληλα ενισχύθηκαν μελέτες που αφορούσαν στη γεωλογία, τη γεωμορφολογία, την παλαιοβοτανική κλπ με επικεφαλής τον Eberhard Zangger. 

Στην ομάδα του PRAP συμμετείχαν οι: Susan  E. Alcock, John Bennet, Γιάννος Λώλος, Cynthia Shelmerdine,  Eberhard Zangger, ενώ τη γενική διεύθυνση της αποστολής είχε ο Jack L.Davis. Επιπλέον, μια συμβουλευτική επιτροπή απαρτιζόταν από πολλούς “βετεράνους” των πρώτων ανασκαφών, και συγκεκριμένα από τους Emmette Bennett, Bill Donovan, Richard Hope Simpson, Mabel Lang, Γεώργιο Σ. Κορρέ, William A. McDonald, Stella Miller. 

Ο αρχικός σχεδιασμός στόχευε στην επιφανειακή έρευνα σε έκταση 250 τ.χιλ. που θα περιλάμβανε μεταξύ άλλων την παραλιακή ζώνη του Ναβαρίνου,  με την κλασική Πύλο (Κορυφάσιον), αλλά και το ελληνιστικό και ρωμαϊκό νεκροταφείο στη Γιάλοβα (Διβάρι), τις περιοχές Πύλα και Κρεμμύδια, κέντρα της μεσαιωνικής καστελλανίας των Ατζαγιόλι,  και γενικότερα όλην την περιοχή που περικλείεται από τους χαμηλούς λόφους που οριοθετούν την Πυλία σε σχέση με την Καλαμάτα, τη χερσόνησο της Μεθώνης και της Κορώνης και την πεδιάδα της Κυπαρισσίας. Οι άδειες  όμως που δόθηκαν το 1992 αφορούσαν σε έκταση πολύ μικρότερη από τη σχεδιαζόμενη κι έτσι το φιλόδοξο πρόγραμμα του PRAP δεν έφτασε ποτέ την πλήρη του ανάπτυξη. Ακόμη κι  έτσι αποτελεί ένα μεθοδολογικό εγχείρημα-πρότυπο που αποτέλεσε αφετηρία για αρκετες άλλες αντίστοιχες έρευνες και κατέστησε την Πυλία μια  από τις καλύτερα μελετημένες αρχαιολογικά περιοχές  της Ελλάδας.
​Οι τελευταίες δύο δεκαετίες
Κατά τη δεκαετία του 2000 και 2010 υλοποιήθηκαν πλήθος σωστικών ανασκαφών στη Μεσσηνία, υπό την αιγίδα αρχικά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας και στη συνέχεια της ΛΗ' ΕΠΚΑ. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν (και φέρνουν) στο φως και νέα σημαντικά ευρήματα, όχι μόνο της μυκηναϊκής περιόδου, αλλά όλων των εποχών. Το σημαντικότερο, ωστόσο, ανασκαφικό έργο επιτελέστηκε στην περίοδο 2007-2012, προκειμένου να δοθεί άδεια ανέγερσης ξενοδοχειακών μονάδων στην Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) στον κόλπο Ρωμανού. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως σημαντικό πρωτοελλαδικό οικισμό, ο οποίος διέθετε και εργαστήριο κατεργασίας χαλκού, το μοναδικό στην Πελοπόννησο, τάφους εποχής του Σιδήρου αλλά και έναν αρχαϊκό ναό, αφιερωμένο σε θεότητα της φύσης και του κυνηγίου (Πότνια θηρών). Το 2012, τέλος, το ανάκτορο του Νέστορα έκλεισε για το κοινό, προκειμένου να αντικατασταθεί το παλαιό στέγαστρο. Ο χώρος αναμένεται να ανοίξει ξανά εντός του 2015.