Πιλοτική Λειτουργία
Η Υστεροελλαδική (Μυκηναϊκή) περίοδος και ο πολιτισμός της Πυλίας Εικονική αναπαράσταση του ανακτόρου του ΝέστοραΤο πέρασμα από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ή αλλιώς από τη Μεσοελλαδική στην Υστεροελλαδική εποχή, σηματοδοτείται από σημαντικές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές. Η πολιτιστική απομόνωση και η οικονομική δυσπραγία της κυρίως Ελλάδας φαίνεται να ανατρέπονται, κατά πάσα πιθανότητα εξαιτίας έντονων επαφών με τη μινωική Κρήτη. Ο ελλαδικός πολιτισμός μπολιάζεται με τα μινωικά στοιχεία και διαμορφώνει ένα νέο πολιτιστικό ιδίωμα, που χαρακτηρίζεται από ανακτορικά κέντρα, οργανωμένη κοινωνική ιεραρχία, υψηλή τέχνη και εξωστρέφεια. Ο νέος αυτός πολιτισμός ονομάστηκε Μυκηναϊκός από το μεγαλύτερο και σημαντικό ανακτορικό κέντρο, τις Μυκήνες. Αν και στην πρώιμη φάση του ο πολιτισμός αυτός φαίνεται  να μιμείται τον μινωικό, πολύ σύντομα καθιερώνει τη δική του ιδιοσυγκρασία, με θέματα που αντλούν την έμπνευσή τους από τα πολεμικά ιδεώδη, τις κυνηγετικές δραστηριότητες και τις σκηνές καθημερινής ζωής. 

Το τέλος της ένδειας που παρατηρείται στον Ελλαδικό χώρο κατά τη Μέση Εποχή του Χαλκού, σηματοδοτείται αρχαιολογικά, μεταξύ άλλων, από την εμφάνιση των μεγάλων θολωτών Μυκηναϊκών τάφων στις Μυκήνες κατά τον 17ο π.Χ. αιώνα. Στις αρχές της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, έρχονται στο φως αντικείμενα ιδιαίτερης επιμέλειας στα παραπάνω ταφικά σύνολα υποδηλώνοντας ότι η Μυκηναϊκή τέχνη παραγόταν κυρίως για τις ανάγκες της αριστοκρατίας . Ωστόσο, όπως είναι κατανοητό από τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης κυρίως στους μεταβατικούς χρονικά οικισμούς, η ενδυνάμωση των επαφών και η βαθμιαία ανάπτυξη του εμπορίου επέφερε ανάλογη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική εξέλιξη. 

Εικονική αναπαράσταση του ανακτόρου του ΝέστοραΚατά τηνΥστεροελλαδική ΙΙΙΑ (14ος -13ος αι. π.Χ.) και μετά τις καταστροφές στα Μινωικά Κέντρα και την κατάκτηση της Κνωσού από τους Μυκηναίους, η εικόνα των έντονων επαφών, του δραστήριου εμπορίου αλλά και τη οικονομικής ανάπτυξης αντικατοπτρίζονται στα Μυκηναϊκά μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονικά σύνολα. Οι διαμορφωμένες τότε μέγάλες επικράτειες είχαν ως κέντρο τα Μυκηναϊκά ανάκτορα, τα οποία αποτελούσαν κέντρα διοίκησης με μεγάλες αποθήκες για την εντόπια αγροτική παραγωγή και τα εισηγμένα πολυτελή προιόντα εμπορίου, με εργαστήρια, αίθουσες τελετών και χώρους λατρείας. Τα σημαντικότερα Μυκηναϊκά ανάκτορα βρίσκονταν στις Μυκήνες, την Πύλο, την Τίρυνθα, τη Θήβα κ.α. και κυρίως σε θέσεις όπου τους επιτρεπόταν ο καλύτερος έλεγχος των επαρχιών που διοικούσαν. Κατασκευάζονταν σε φυσικά οχυρωμένους λόφους και σε διαφορετική μορφή από τα Μινωικά ανάκτορα καθώς αναπτύσσονταν γύρω από το Μέγαρο (ορθογώνιο κτίσμα με προστώο, πρόδομο, αίθουσα θρόνου και εστία).

Τα Μυκηναϊκά ανάκτορα, όπως φαίνεται από τις πινακίδες σε Γραμμική Β' (τη βασική πηγή πληροφόρησης για την οργάνωση των κοινωνιών της εποχής), αποτελούσαν τον κορμό της Μυκηναϊκής δραστηριότητας. Παρατηρείται, έτσι, μια πυκνή κοινωνική και πολιτική οργάνωση εντός και εκτός του εκάστοτε Μυκηναϊκού βασιλείου. Οι Μυκηναϊκές επικράτειες στον ηπειρωτικό Ελλαδικό χώρο βρίσκονταν σε διαρκή επαφή μέσω ενός ισχυρού ανακτορικού δικτύου ‘εξοπλισμένου’ με λιθόστρωτους δρόμους και λιθόκτιστα γεφύρια. Έτσι, δινόταν η δυνατότητα ελέγχου αλλά και απρόσκοπτης μεταφοράς αγαθών είτε αγροτικής παραγωγής είτε τεχνέργων και πρώτων υλών. Οι παραπάνω αρχαιολογικές συνθήκες υποδηλώνουν μια χαρακτηριστική ευμάρεια με αποκορύφωμα την ανάπτυξη των τεχνών και της ζωγραφικής. Όλα αυτά στα πλαίσια της ακμής του Μυκηναϊκού εμπορίου εκτός και εντός του Ελλαδικού χώρου.          

Στο εσωτερικό των Μυκηναϊκών βασιλείων, η ισχυρή κοινωνική οργάνωση παρατηρείται αρχαιολογικά από αξιοθαύμαστα για την εποχή τεχνολογικά επιτεύγματα όπως είναι η κατασκευή των Κυκλώπειων τειχών αλλά και η αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδος. Αυτή η κοινωνική οργάνωση διαφαίνεται στις διάφορες εκφάνσεις των συλλογικών και μεγάλων έργων σε κάθε βασίλειο ξεχωριστά με, ωστόσο, ιδιαίτερη ομοιογένεια στο πεδίο της λατρείας, των ταφικών εθίμων και την τέχνη (Μυκηναϊκή Κοινή).