Πιλοτική Λειτουργία
Πρωτοελλαδική Πύλος
Η τρίτη χιλιετία π.Χ. είναι γνωστή και ως Πρωτοελλαδική περίοδος (3000-2050 π.Χ.) και εκπροσωπείται από σημαντικές θέσεις στην περιοχή της Μεσσηνίας και της Πυλίας πιο συγκεκριμένα. 
Γενικά χαρακτηριστικά της Πρωτοελλαδικής περιόδου
Κατά την Πρωτοελλαδική περίοδο συνολικά στον ελλαδικό χώρο παρατηρείται πληθυσμιακή αύξηση στα παράλια και στην ενδοχώρα. Οι οικισμοί αποκτούν ‘πρωτοαστικό’ χαρακτήρα και ξεχωρίζουν για την πολεοδομική τους οργάνωση, τις οχυρώσεις, την βιοτεχνική ανάπτυξη (μεταλλοτεχνία - ανάμιξη του χαλκού και του κασσίτερου για την κατασκευή εργαλείων και όπλων), και την εντατική άσκηση του εμπορίου. Tα κτήρια θεμελιώνονται με λίθους και οι τοίχοι τους είναι κατασκευασμένοι από ωμές πλίνθους. Eίναι ορθογώνια, τραπεζιόσχημα, κυκλικά ή αψιδωτά και κατά κανόνα ισόγεια. Διαθέτουν εστίες και φούρνους για το μαγείρεμα και λιθόκτιστα θρανία για τον ύπνο, την προετοιμασία τροφής ή την απόθεση αγαθών. Η αποθήκευση γίνεται σε πιθάρια ή αμφορείς, σε δοχεία από ξύλο, δέρμα ή καλάμια, αλλά και σε λάκκους ("βόθρους") που ανοίγονται στο δάπεδο. 

Μεγάλο μέρος των ανασκαφικών ευρημάτων της περιόδου συνίστανται σε ταφικά κατάλοιπα και κτερίσματα. Ως προς τα ταφικά έθιμα, οι συνήθειες των ανθρώπων της εποχής δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τις τελευταίες φάσεις της Νεολιθικής περιόδου (4800-3200 π.Χ.): περιλαμβάνουν μεμονωμένες ταφές βρεφών και παιδιών μέσα στα όρια του οικισμού (μέσα στα ίδια τα σπίτια, σε αγγεία ή σε απλούς λάκκους) και σε νεκροταφεία, ενώ οι ταφές των ενηλίκων πραγματοποιούνται εκτός του οικισμού. Τα νεκροταφεία, γνωστά κυρίως από την Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, βρίσκονται σε απόσταση από τον οικισμό και περιλαμβάνουν απλούς ή κτιστούς λάκκους, κιβωτιόσχημους τάφους ή θαλαμοειδείς, λαξευμένους στο βράχο. Οι τάφοι προορίζονται για έναν ή περισσότερους νεκρούς, άντρες και γυναίκες. Μερικοί χρησιμοποιούνται ως οστεοθήκες, δέχονται δηλαδή οστά από άλλους τάφους, οι οποίοι εκκενώνονται, προκειμένου να δεχτούν νέες ταφές. Τα κτερίσματα των νεκρών εξαρτώνται από το φύλο και την κοινωνική τους θέση και περιλαμβάνουν κεραμική, ειδώλια, εργαλεία από οψιανό ή χαλκό, αντικείμενα καλλωπισμού και κοσμήματα από πηλό, λίθο, οστό, χαλκό και πολύτιμα μέταλλα. 

Στα τέλη της Πρωτοελλαδικής ΙΙ και τις αρχές της Πρωτοελλαδικής ΙΙΙ ο νοτιοελλαδικός χώρος δέχεται επιδράσεις από δύο διαφορετικές πολιτιστικά περιοχές: τη δυτική Μικρά Ασία και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, και τα νότια Βαλκάνια (παράλια Αδριατικής). Οι επιδράσεις αυτές εντοπίζονται αντίστοιχα στα ανατολικά παράλια της κεντρικής και νότιας Ελλάδας (φάση Λευκαντί Ι-Καστρί), στα νησιά του Ιονίου και τη βορειοδυτική Πελοπόννησο. Η Πρωτοελλαδική ΙΙΙ (2200/2150-2050/2000 π.Χ.) αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με την εξελιγμένη Πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο, αφού παρατηρείται μείωση του αριθμού και της έκτασης των οικισμών και πληθυσμιακή συρρίκνωση. Η οπισθοδρόμηση αυτή συνεχίζεται και στη Μεσοελλαδική περίοδο (2000/1900-1550 π.Χ.) στις περισσότερες περιοχές, ανατρέπεται όμως με την έναρξη της Υστεροελλαδικής ή Μυκηναϊκής περιόδου (1550-1050 π.Χ.). 

Κατά την Πρωτοελλαδική περίοδο, η Μεσσηνία και ιδιαίτερα η Πυλία και η Τριφυλία φαίνεται να κατοικούνται  πλέον συστηματικά. Ο πιο προηγμένος οικισμός είναι αυτός που εντοπίστηκε στην Π.Ο.Τ.Α Ρωμανού, ο οποίος διέθετε ένα εργαστήριο για την κατεργασία Χαλκού, το πρώτο μέχρι στιγμής που έχει εντοπιστεί στην Πελοπόννησο. Οι σημαντικότερες Πρωτοελλαδικές θέσεις στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου συνοψίζονται στις εξής:

Ρωμανός

Στον Ρωμανό οι σωστικές ανασκαφές που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης γηπέδου γκολφ και ανέγερσης μονάδων του πολυτελούς ξενοδοχειακού συγκροτήματος Costa Navarino έφεραν στην επιφάνεια κατάλοιπα μεγάλου Πρωτοελλαδικού οικισμού, Μυκηναϊκού θολωτού τάφου και οικισμού της εποχής του Σιδήρου. Ο εκτεταμένος πρωτοελλαδικός οικισμός (3200-2200 π.Χ.) διέθετε ευρύχωρες, ορθογώνιες οικίες, με θεμέλια από αργολιθοδομή και ανωδομή από πλίνθους, ενώ ο ρυμοτομικός σχεδιασμός φαίνεται καλός, με δρόμους σχετικά φαρδείς, πηγάδια με λίθινη επένδυση εσωτερικά και  εργαστήρια για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων,  μεταξύ αυτών και το μοναδικό για την Πελοπόννησο εργαστήριο κατεργασίας χαλκού. 

Το πρωτοελλαδικό εργαστήριο κατεργασίας χαλκού στο Ρωμανό © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣε άλλο τμήμα του εργαστηρίου θα πρέπει να γινόταν επεξεργασία οψιανού, καθώς βρέθηκαν πολυάριθμα εργαλεία  από το υλικό αυτό, το οποίο ήταν εισαγόμενο, πιθανότατα από τις Κυκλάδες. Στα κινητά ευρήματα του οικισμού συγκαταλέγονται επίσης αξιόλογα δείγματα κεραμικής. Πολλά  από αυτά βρέθηκαν μέσα  σε  φρέαρ  της ΠΕ ΙΙ περιόδου, το οποίο φαίνεται ότι χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος. Μεταξύ των αγγείων συγκαταλέγονται σαλτσιέρες, ασκοί, πρόχοι (μερικές δακτυλιόσχημες), τηγάνια και πίθοι. Υπάρχουν μεταξύ αυτών δείγματα γραπτής και εγχάρακτης κεραμικής. Η ποσότητα και η ποιότητα της κεραμικής που βρέθηκε στο φρέαρ είναι συγκρίσιμες μόνο με τα ευρήματα του οικισμού της Λέρνας ΙΙΙ στην Αργολίδα.


Ευρήματα γύρω από τον τάφο του Θρασυμήδη
Στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς,  στον λεγόμενο “τάφο του Θρασυμήδη”, από τους πρώτους θολωτούς τάφους που εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν στην Πυλία, οι συνεχιζόμενες για χρόνια έρευνας εντόπισαν γύρω από τον τάφο ίχνη Πρωτοελλαδικού οικισμού (3100-2050 π.Χ. περίπου), αλλά και στοιχεία Νεολιθικής κατοίκησης (περίπου 4.000 π.Χ.). 

Πρωτοελλαδικά ίχνη έχουν επίσης βρεθεί στην Μάλθη, το ομηρικό Δώριον, θέση που ανασκάφηκε συστηματικά από τον  Ν.Valmin και το Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Η αρχική φάση κατοίκησης τοποθετείται στην Τελική Νεολιθική, ωστόσο η φάση της μεγαλύτερης ακμής της είναι η ΥΕ ΙΙ- ΥΕ ΙΙΙΒ περίοδος. 

Τέλος, στον Άγιο Δημήτριο (Λέπρεον), μια από τις σημαντικότερες θέσεις της Ηλειακής Τριφυλλίας, με κατοίκηση από την τελική Νεολιθική (περ. 5.000 π.Χ.), υπάρχει συγκέντρωση κεραμικής της Πρωτοελλαδικής περιόδου.