Πιλοτική Λειτουργία

Νεότεροι χρόνοιΗ ελληνική επανάσταση και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου
Το νησάκι της Σφακτηρίας με το μνημείο των πεσόντωνΗ Μεσσηνία συμμετείχε από την πρώτη στιγμή στην επανάσταση του 1821. Για τον ακρίβεια, η μεσσηνιακή εκδοχή είναι ότι η επανάσταση κηρύχθηκε πρώτα στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου. Πολλοί ήταν οι Μεσσήνιοι αγωνιστές, που συμμετείχαν αθρόα στις μάχες σε όλη την Πελοπόννησο, με σημαντικότερο τον Γρηγόριο Δικαίο ή Παπαφλέσσα, και δύο σημαντικά περιστατικά καθόρισαν ίσως την πορεία της επανάστασης. 

Το 1825 στο λιμάνι του Ναυαρίνου  αποβιβάστηκαν τα Αιγυπτιακά στρατεύματα υπό την ηγεσία του Ιμπραήμ, γιου του αυτόνομου πλέον ηγεμόνα Μοχάμεντ Άλη. Οι Έλληνες, με τη βοήθεια αρκετών Φιλελλήνων, προσπάθησαν να τον σταματήσουν αγωνιζόμενοι σε μια αιματηρή μάχη στη Σφακτηρία, αλλά πολλοί σκοτώθηκαν, μεταξύ των οποίων  και ο γνωστός ιταλός υποστηρικτής του ελληνικού ζητήματος, κόμης Santore di Santarosa. Στις 20 Μαϊου του  ίδιου χρόνου ο Παπαφλέσσας συγκρούστηκε με το στρατό του Ιμπραήμ στο ύψωμα κοντά στο χωριό Μανιάκι. Η ήττα του σήμανε την καταστροφή και υποταγή μεγάλου μέρους της Πελοποννήσου από τα αιγυπτιακά στρατεύματα, όμως έκανε τους επαναστατημένους να αναθεωρήσουν την εμφυλιακή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει και να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους. 

 Η ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο ρώσικος στόλος Δύο χρόνια αργότερα, όμως, στις 8 Οκτωβρίου 1827, ο ενωμένος στόλος Ρώσων, Βρετανών και Γάλλων, με τις λιγοστές εναπομείνασες ελληνικές δυνάμεις, κατατρόπωσαν το τουρκο-αιγυπτιακό στόλο στον κόλπο του Ναυαρίνου, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για η τελική ανεξαρτησία της Ελλάδας. 

Η Ναυμαχία ήταν απόρροια της συνθήκης του Λονδίνου της ίδιας χρονιάς. Με τη συνθήκη αυτή οι Βρεττανία, η Γαλλία και η Ρωσία, σε μια προσπάθεια να εξισορροπήσουν κατ' αρχήν τις μεταξύ τους βλέψεις και φιλοδοξίες, αποφάσισαν να πιέσουν την οθωμανική αυτοκρατορία να παραχωρήσει αυτονομία στους Έλληνες.  Για να επιβάλουν τους όρους της συνθήκης οι τρεις χώρες απέστειλαν ναυτικές μοίρες στην Πύλο, όπου βρισκόταν ο στόλος του Ιμπραήμ, αποκλείοντάς τον στον όρμο του Ναυαρίνου. Σε αντίποινα ο Ιμπραήμ άρχισε να καταστρέφει τις σοδειές στην ύπαιθρο και να σκοτώνει αμάχους. Οι Βρετανοί απέστειλαν τελεσίγραφο για την αποχώρηση του αιγυπτιακού στόλου, οι απεσταλμένοι όμως ισχυρίζονταν ότι ο Ιμπραήμ ήταν άφαντος. Τότε, μια αψιμαχία το πρωί της 20ης Οκτωβρίου οδήγησε σε γενίκευση της σύρραξης με τους συμμάχους να μπαίνουν στον όρμο του Ναυαρίνου. Ο αιγυπτιακός στόλος δεν είχε καθόλου περιθώρια ελιγμών και η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα. Μέχι το απόγευμα της ίδιας μέρας το αποτέλεσμα είχε κριθεί και ο αιγυπτιακός στόλος είχε καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς. Η ναυμαχία έστρεψε ξανά τα βλέμματα της Ευρώπης στην επαναστατημένη Ελλάδα και χαιρετίστηκε ως  “νίκη των λαών που μπαίνουν επάνω από τους θρόνους”, ανοίγοντας έτσι οριστικά το δρόμο για τη λύση του ελληνικού ζητήματος. 

Η ναυμαχία της Σφακτηρίας και η πολιορκία του Ναυαρίνου από τον Ιμπραήμ Σήμερα, στο νησάκι της Σφακτηρίας έχουν στηθεί τιμητικές στήλες για τους  πεσόντες τόσο στην ομώνυμη μάχη όσο  και στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, και αποτελούν αξιοθέατο για τους τουρίστες. 



 

 

 

Η Πύλος και η Μεσσηνία κατά το 19ο αιώνα
Η απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό και η ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους δεν έφερε στη Μεσσηνία το κλίμα ευφορίας και ομόνοιας που θα ήταν αναμενόμενο. Οι ισχυρές  οικογένειες της περιοχής, όπως οι Ντρέδες από την Κυπαρισσία, δημιούργησαν κλίμα πόλωσης, ζητώντας μερίδιο στην διακυβέρνηση του κράτους, και οδήγησαν σε αιματοκυλίσματα την περιοχή επανειλημμένως: το 1834, το 1838, το 1839 και το 1840 διάφορες περιοχές ήρθαν σε εμφύλια σύρραξη με  αποτέλεσμα μια σχετική καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους. Το οικονομικό μοντέλο στις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες έμεινε λίγο πολύ προσηλωμένο στην αγροτική οικονομία, με έμφαση στις οικογενειακές  καλλιέργειες και το αυτοκαταναλωτικό σύστημα. Μόνο στη δεκαετία του 1860, με την απελευθέρωση του εμπορίου για την Αγγλία και τη Γαλλία, άρχισε ο προσανατολισμός στο εξωτερικό  εμπόριο, με έμφαση σε  ένα κυρίως προϊόν, τη σταφίδα. Παράλληλα, αρχίζει η εισροή ξένων προϊόντων, κυρίως βιοτεχνικών και βιομηχανικών, για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες μιας αστικής τάξης που έχει αρχίσει να δημιουργείται στην Καλαμάτα, διοικητικό κέντρο και σταδιακά κεντρικό λιμάνι της Μεσσηνίας. Η σχέση αυτή εξαγωγών και εισαγωγών ευνοήθηκε από το  δασμολόγιο  του υπουργού οικονομικών Κουμουνδούρου, ο οποίος καταγόταν από τη Μεσσηνία, ενώ  η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 κατέστησε τους καλλιεργητές ιδιοκτήτες αυξάνοντας την παραγωγικότητά  τους. Με τις μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη και τη σιδηροδρομική σύνδεση της πόλης με την Αθήνα ενισχύεται η μεταποιητική βιομηχανία της περιοχής και παράλληλα η αστική υφή της πόλης. Η Καλμάτα γίνεται η πέμπτη σημαντικότερη πόλη της χώρας, με νεοκλασικές βίλλες και δημόσια κτίρια.  Το λιμάνι της  είναι πύλη της Πελοποννήσου προς τη Δύση και απαθανατίζεται σε ζωγραφικά έργα και χαρακτικά.
Η κρίση των αρχών του 20ου αιώνα και η αρχαιολογία  
Όμως η σταφιδική κρίση αφενός (1893-1905), που πλήττει το βασικό εξαγωγικό εμπόριο, και η προσάρτηση των Νέων Χωρών το 1912 υποβάθμισαν τη θέση της πόλης και του λιμανιού. Οι αγροτικοί πληθυσμοί στρέφονται στη μετανάστευση ή στους κοινωνικούς αγώνες, που δυναμιτίζουν για μια ακόμη φορά το πολιτικό κλίμα. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να σταθεροποιήσουν τα αγροτικά εισοδήματα μεταξύ άλλων προωθώντας νέες καλλιέργειες, όπως του καπνού και των σύκων. Μάταια όμως.  Στις αγροτικές εξεγέρσεις θα προστεθούν και αυτές των εργατών στις νέες καπνοβιομηχανίες.  Ειδικά στη δεκαετία του 1930 οι  εξεγέρσεις θα επεκταθούν και στους Γαργαλιάνους, την Πύλο, την Κυπαρισσία και θα φτάσουν ως την κατάλυση του κάτους και την αναρχία. 

Τις δύσκολες αυτές πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ωστόσο, ίσως και για να τονωθεί η εθνική υπερηφάνεια, αρχίζει η αρχαιολογική εξερεύνηση της περιοχής, με στόχο την αποκάλυψη του ομηρικού βασιλείου της Πύλου. Τις σποραδικές  ανασκαφές του Σκια και του Κουρουνιώτη, που αποκαλύπτουν τους πρώτους θολωτούς τάφους, ακολουθούν οι συστηματικές ανασκαφές το 1939, με την αρωγή και της ανασκαφικής ομάδας του Καρλ Μπλέγκεν. Η ανακάλυψη του ανακτόρου του Νέστορα έδωσε νέα πνοή στην περιοχή, η οποία ήρθε στο επίκεντρο του ελληνικού και διεθνούς τύπου, ενώ μακροπρόθεσμα ενισχύθηκε το πολιτιστικό και τουριστικό κεφάλαιο.