Πιλοτική Λειτουργία
Η Μεσοελλαδική Πύλος Γενικά χαρακτηριστικά Μεσοελλαδικής περιόδου
Η περίοδος της Μέσης Χαλκοκρατίας στην ηπειρωτική Ελλάδα είναι γνωστή και ως Μεσοελλαδική εποχή, η οποία εκτείνεται χρονικά περίπου από το 2000  έως το 1600/1550 π.Χ., μέχρι δηλαδή την αρχή της Μυκηναϊκής εποχής. Θεωρείται μια σκοτεινή περίοδος πολιτισμικής παρακμής, καθώς τα υλικά κατάλοιπα της περιόδου μαρτυρούν μια σαφή οπισθοδρόμηση, τόσο ως προς τα τέχνεργα όσο και ως προς τα κατάλοιπα του τεχνολογικού πολιτισμού. Κατά την τελευταία περίοδό της (1650-1550 π.Χ.) παρατηρούνται εντατικότερες επαφές με τις Κυκλάδες και την Κρήτη, μια αιφνίδια συσσώρευση πλούτου και η δημιουργία μιας εξέχουσας κοινωνικής τάξης. Μάλιστα, τα φαινόμενα του δημιουργικού συγκερασμού των στοιχείων που οδήγησαν στην άνθιση του μυκηναϊκού πολιτισμού παρατηρούνται περισσότερο ακριβώς στη νότια Πελοπόννησο και ειδικότερα στη Μεσσηνία. 
Ως προς την κατοίκηση και την πολεοδομία, κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο συνεχίζεται ο τύπος των αψιδωτών κτιρίων της προηγούμενης περιόδου, με θεμέλια από λίθους και ανωδομή από πλίνθους. Oι οικισμοί ήταν εν γένει ατείχιστοι. Στα τέλη της περιόδου πολλοί οικισμοί εγκαταλείπονται. Ως προς τα ταφικά έθιμα, έχει έρθει στο φως μεγάλος αριθμός μεσοελλαδικών τάφων, γεγονός που ευνοεί την διάκριση σε δύο βασικές ταφικές πρακτικές που ασκούνταν μάλλον παράλληλα: τις ταφές εντός των τειχών και τις νεκροπόλεις. Οι τύμβοι, που απαντούν ευρύτατα, από τη νότια Πελοπόννησο ως την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, αποτελούν ειδική κατηγορία νεκροταφείων. Οι νεκροί συνήθως θάπτονταν σε απλούς λάκκους, σε κιβωτιόσχημους τάφους και οι πίθους, πάντοτε πλάγια και σε συνεσταλμένη στάση. Συχνά, τα κτερίσματα λείπουν ή είναι εξαιρετικά περιορισμένα, με συνηθέστερες προσφορές τα κεραμικά αγγεία και λιγότερο συχνά λίγα απλά κοσμήματα και εργαλεία.  Ωστόσο, ο αριθμός των ταφικών κτερισμάτων και η ποιότητά τους αυξάνεται θεαματικά κατά το τέλος της Μεσοελλαδικής εποχής – τώρα εμφανίζονται περισσότερα μεταλλικά αντικείμενα, κοσμήματα και αγγεία από χρυσό, όπως τα αντικείμενα από εισηγμένες πολύτιμες ύλες. 

Μεσοελλαδικές θέσεις στην Πυλία και την Τριφυλία

 Οι σημαντικότερες Μεσοελλαδικές θέσεις στην ευρύτερη περιοχή της Πυλίας και της Τριφυλίας συνοψίζονται στις εξής:

Κάναλος και Μέγας Κάμπος Γαργαλιάνων, πρώιμες θέσεις κατοίκησης της Μεσσηνίας. 
© ΕΦΑ Μεσσηνίας
Οι Γαργαλιάνοι στην Τριφυλία συνεχίζουν να αποτελούν ένα από τα σημαντικά οικιστικά κέντρα της περιοχής. Ιδιαίτερα η θέση Κάναλος και η θέση Τσούκα φαίνεται να συγκέντρωναν το μεγαλύτερο μέρος της οικιστικής αλλά και ταφικής δραστηριότητας και  παρέμειναν σε σύνδεση με την περιοχή του Ρωμανού, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα.Στην περιοχή της Βοϊδοκοιλιάς, στο Σπήλαιο του Νέστορα, ήρθε στο φως τύμβος με ταφικούς πίθους. Αγγεία μεσοελλαδικής περιόδου εντοπίστηκαν και εντός του σπηλαίου. Το πιο σημαντικό όμως μνημείο είναι ο θολωτός τάφος του Θρασυμήδη. Ο τάφος έχει διάμετρο 5 μέτρων και φέρει ίχνη επτά τουλάχιστον ταφών και ανακομιδών. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με  βότσαλα από την παρακείμενη παραλία. Τα κινητά ευρήματα ήταν εντυπωσιακά και μπορεί κανείς να φανταστεί τον πλούτο  του τάφου αν δεν είχε συληθεί ήδη από την αρχαιότητα: λίθινες αιχμές βελών,  δύο περιδέραια από αμέθυστο και σάρδιο, τέσσερα χρυσά ελάσματα, δύο μυκηναϊκά αγγεία, σφονδύλια αργαλειού και πιθανόν δύο Μυκηναϊκά ειδώλια. Το εντυπωσιακότερο εύρημα, ωστόσο, από ιστορικής άποψης είναι ο σκελετός βοοειδούς που βρέθηκε ολόκληρος εντός του τάφου, πράγμα που μαρτυρεί συγκεκριμένη θυσία προς το νεκρό. Ο  τάφος του Θρασυμήδη στη Βοϊδοκοιλιά, © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΑν και η ακμή του τάφου τοποθετείται στη Μυκηναϊκή εποχή, οι ταφές σε πίθους που εντόπισε ο καθ. Κορρές βεβαίωσαν αρχική χρήση στη Μεσοελλαδική περίοδο. Για την ακρίβεια, ο μυκηναϊκός τάφος φαίνεται σα να “ξεπήδησε” μέσα από τον Μεσοελλαδικό. 

Γύρω από τον τάφο βρέθηκαν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας  και από τα ελληνιστικά χρόνια, ιδιαίτερα ειδώλια και πήλινα πλακίδια του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ., αλλά και ένα μικρό οικοδόμημα, σαν βωμός, που συνδέονται  ενδεχομένως με λατρεία των προγόνων η αφηρωισμένου νεκρού.

Στο Κορυφάσιο στη θέση Μπεηλέρμπεη, όπου ο Παυσανίας τοποθετεί τον «οίκο» και το «μνήμα» του Νέστορα (Παυσ. IV 36,2), ανακαλύφθηκε άλλος μεσοελλαδικός τάφος και επίσης στη θέση Χαρατσάρι, ταφικός τύμβος με ενδιαφέροντα κτερίσματα.
Στα βορειοανατολικά της λιμνοθάλασσας του Οσμάναγα ξεκίνησε το 1926 από τον Κ. Κουρουνιώτη η διερεύνηση ενός θολωτού τάφου, που πήρε το ίδιο όνομα με το ομώνυμο χωριό, που σήμερα έχει μετονομαστεί σε  Κορυφάσιο. Ο  τάφος ήταν κατασκευασμένος κατά το εκφορικό σύστημα από μικρές, επίπεδες, ακατέργαστες πέτρες. Ο τάφος βρέθηκε συλημένος. Βρέθηκαν μικρά κομμάτια  οστών, καθώς  και όστρακα κεραμικής, από τα οποία ανασυντέθηκαν μερικά αγγεία, όπως δύο δίωτα  αγγεία ασυνήθιστου σχήματος, μια κύλικα και μια κανάτα, ένα δέπας αμφικύπελλο  και  ένα αγγείο με ανοιχτό χείλος και εσωτερική λαβή, που έφερε 12 “θηλιές” στο εσωτερικό.  Βρέθηκαν επίσης ίχνη πολυτελών αντικειμένων, όπως ασημένιων σκευών και μιας πυξίδας από αιγυπτιακή φαγεντιανή. Τα περισσότερα αγγεία χρονολογήθηκαν από τον Carl Blegen, που τελικά εξέδωσε το υλικό, μετά  το θάνατο του Κουρουνιώτη, στη Μεσοελλαδική περίοδο.

Κοντά στον Επάνω Εγκλιανό, στο Μυρσινοχώρι, θέση Ρούτση, ανακαλύφθηκαν ίχνη οικισμού της ΠΕ περιόδου αλλά και σημαντικότατοι τάφοι της ΜΕ και ΥΕ περιόδου. Ο Μεσοελλαδικός τύμβος Καλογερόπουλου περιείχε πιθοταφές, εκ των οποίων η μία σε τεράστιο πίθο ύψους 2 μέτρων, αλλά και παιδική ταφή, επίσης σε πίθο. Στα ΒΔ  του τύμβου ανακαλύφθηκε από τον Σπ.Μαρινάτο κενοτάφιο, όπου βρέθηκαν μεσοελλαδικά αγγεία, εκ των οποίων τα δύο στιλπνά, στον τύπο της Μινύειας κεραμικής, και το ένα διπλό αγγείο με αμαυρόχρωμη διακόσμηση. Το Μυρσινοχώρι αποτελεί μια από τις θέσεις της Μεσσηνίας όπου φαίνεται να αρχίζει η κοινωνική διαφοροποίηση και η εξέλιξη μιας τοπικής αριστοκρατικής τάξης, η οποία θα φτάσει στη μέγιστη ανάπτυξή της στην αμέσως επόμενη φάση, στην αρχή της ΥΕ  περιόδου, περί το 1600 π.Χ. 

Με την σειρά του, ο Εγκλιανός εξελίσσεται σε μείζον οικιστικό κέντρο της περιοχής, με  οχυρωματικό περίβολο, την κυρίως πόλη στα βόρεια, ενώ διαθέτει και κεραμικό κλίβανο για την μαζική παραγωγή αγγείων. Κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο φαίνεται να κατοικήθηκε κυρίως η περιοχή γύρω από το λόφο. 

Αντίστοιχη ήταν και η εξέλιξη στην Κουκουνάρα. Αν και η περιοχή άνθισε στην ΥΕ περίοδο, οι επιφανειακές έρευνες και οι ανασκαφές έφεραν στο φως πλούσια δείγματα κεραμικής ΜΕ περιόδου, που μαρτυρούν ότι η κατοίκηση και η οικονομική ανάπτυξη στην εύφορη αυτή αγροτική περιοχή είχε αρχίσει ήδη προς τα τέλη της 3ης χιλιετίας, τουλάχιστον από το 2200 π.Χ. 

Τα Παπούλια είναι ένα μικρό χωριό κοντά στην Ίκλαινα και τον Πλάτανο. Στη θέση Άγιος Ιωάννης κοντά στο χωριό, πλάι στο ομώνυμο εκκλησάκι, ο Σπ. Μαρινάτος ανακάλυψε και ανέσκαψε κατά τα έτη 1954-55 σημαντικότατο τύμβο της Μεσοελλαδικής περιόδου. Ο τύμβος περιείχε ταφές σε πίθους διατεταγμένους ακτινωτά προς την περιφέρειά του και παράλληλα προς το έδαφος. Το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η πεταλόσχημη κατασκευή στο κέντρο του τύμβου, πιθανώς κενοτάφιο.


  Μεσοελλαδική υδρία από τον τύμβο του Αγ. Ιωάννη Παπουλίων, Αρχαιολογικό Μουσείο ΧώραςΜεσοελλαδικής περιόδου  είναι και ο Τύμβος Κισσού, στη θέση Τουρλιδίτσα, κοντά στον Χανδρινό. Τα κεραμικά ευρήματα ήταν αδρά και χονδροειδή, γεγονός που οδήγησε τον ανασκαφέα, Σπ. Μαρινάτο, να εκτιμήσει ότι οι νεκροί προέρχονταν από γειτονικό αγροτοκτηνοτροφικό οικισμό. 

Το σημαντικότερο όμως, ίσως, μεσοελλαδικό κέντρο στη βόρεια Μεσσηνία ανακαλύφθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο με τη βοήθεια της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην Περιστεριά της Πύλου την περίοδο 1961-65.

 
Ανασκαφές στην Περιστεριά, 1961-1965. Φωτογραφικό αρχείο Εφορείας Αρχαιοτήτων ΜεσσηνίαςΑρχικά ήλθαν στο φως θολωτοί τάφοι ΥΕ περιόδου. Οι ανασκαφές πέριξ του θολωτού τάφου Ι  όμως  έφεραν στο φως και μεσοελλαδικά ευρήματα, και συγκεκριμένα μεοελλαδική οικία (Ανατολική Οικία) και έναν μικρό αλλά “χρυσοφόρο” τάφο του τέλους της Μεσοελλαδικής περιόδου. Μεταξύ των σημαντικότερων ευρημάτων συγκαταλέγονται το  πρωιμότερο, ως τώρα, ειδώλιο της Μεσσηνίας, που απεικονίζει γυναικεία μορφή με ποδήρη χιτώνα, ένα λυγισμένο ("κεκαμμένο") ξίφος, το πρωιμότερο που έχει εντοπιστεί στη Μεσσηνία, πλακίδιο  από ήλεκτρο και  πληθώρα χρυσών φύλλων καθώς και χρυσών θυσάνων, που κοσμούσαν μάλλον τις Αιγίδες, αλλά και τις ζώνες των νεκρών. Αναπόφευκτη είναι η παραπομπή στα κείμενα του Ομήρου (Ιλιάδα Ξ 181): Κι εζώσθη ζώνην που εκατόν είχε τριγύρω κρόσσες (Μτφρ. Ι. Πολυλά).

Ειδώλιο Περιστεριάς © ΕΦΑ Μεσσηνίας

Συγκινητική είναι η περιγραφή της εύρεσης των χρυσών αντικειμένων από τον Μαρινάτο (ΠΑΕ 1965, σελ. 116): “Ενώ ολόκληρος η θόλος ουδέν παρουσίασεν εύημα, πλην οστράκων κατά το πλείστον ΜΕ, άτινα ανήκον ποφανώς εις την επίχωσιν του Κύκλου, ήρχισαν νυν να αναφαίνωνται υπό το δάπεδον ψήγματα φυλλαρίων χρυσού. Ταύτα απέβαιναν διαρκώς πολυαριθμότερα, ενίοτε δε τα φύλλα ήσαν σημαντικών διαστάσεων. Συγχρόνως παρουσιάσθη σειρά λίθων εντός της τάφρου, ήν δια τούτον διεπλατύναμεν. Οι λίθοι ήσαν πάντες μικροί πλακωτοί, ως και οι των τοίχων της θόλου και ήσαν αρχικώς αραιοί. Βαθύτερον ανεφάνη δεύτερον στρώμα πυκνότερον εκ των αυτών λίθων, τα χρυσά μικρά  ευρήματα επολλαπλασιάζοντο, ων  μεταξύ μια γλαυξ, τρίτωνες, ρόδακες, χρυσοί θύσανοι.

Χρυσοί ρόδακες από τις ανασκαφές στην Περιστεριά, Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΤέλος,  προσκείμενα προς την Νοτίαν πλευράν της ταφρου, ένθα είχε γίνει ήδη σαφές ότι ο βράχος είχε λατομηθή εις αβαθή λάκκον, ανεφάνησαν πρώτον το χρυσούν κύπελλον 1, ακολούθως το διάδημα και είτα το χρυσόν κύπελλον 2. Συγκινητικός υπήρξε ο ενθουσιασμός των εργατών, πάντων κατοίκων Μύρου... Πάντες προσεφέρθησαν να χρησιμεύσουν ως νυκτερινοί φρουροί...Την μεθεπομένη ημέραν ευρέθη και το τρίτον κύπελλον, το οποίον έκειτο μονήρες περί τα 50 εκ. Νοτιότερον”.