Πιλοτική Λειτουργία

Λατινοκρατία

Ο όρος Λατινοκρατία χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια για να παρουσιάσει συνολικά την περίοδο της παρουσίας των Φράγκων, που σύντομα αντικαταστάθηκαν από Ενετούς σε αρκετές περιπτώσεις. Η Φραγκοκρατία ξεκίνησε στην Πελοπόννησο το 1204, στη διάρκεια της περίφημης Δ' Σταυροφορίας που κατέληξε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Καταλήφθηκαν τα σημαντικότερα κάστρα, όπως της Μεθώνης, της Κορώνης και της Κυπαρισσίας. Πολύ σύντομα όμως, και συγκεκριμένα το 1209, οι Φράγκοι πούλησαν στους Ενετούς τα δικαιώματα στα δύο πρώτα. Στη Μεθώνη και την Κορώνη, άλλωστε, οι Ενετοί είχαν ήδη ένα προνομιακό καθεστώς ατελούς διακίνησης εμπορευμάτων από  τον 11ο αιώνα, με  χρυσόβουλο των Κομνηνών. Οι Ενετοί οχυρώνουν εκ  νέου τα κάστρα, καθιστώντας τα ισχυρότατα και αξιόμαχα, γεγονός που αποδεικνύεται σύντομα από το ότι ούτε οι Καταλανοί ούτε οι Παλαιολόγοι κατόρθωσαν να ξαναπάρουν τα κάστρα αυτά. 
Κορώνη
Άποψη του Κάστρου της Κορώνης © ΕΦΑ Μεσσηνίας © ΥΠΠΟΑ 26η ΕΒΑΕιδικά η Κορώνη αποτέλεσε έκτοτε κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου της Βενετίας στην ανατολική Μεσόγειο και επιπλέον κέντρο εξαγωγής σημαντικών τοπικών προϊόντων, όπως το ελαιόλαδο και το πρινοκόκκι. Η Κορώνη γίνεται έδρα βάιλου (δηλαδή τοποτηρητή) και καθολικού επισκόπου.  Το κάστρο της Κορώνης έχει  σχήμα τετράγωνο, με έναν προμαχώνα σε κάθε γωνία του. Έχει διπλή σειρά τειχών, που,  όπως και οι προμαχώνες, φέρουν επάλξεις. Στην κορυφή του λόφου βρίσκεται ο ναός της Αγίας Σοφίας, ενώ στη νότια πλευρά των τειχών η Παναγία η Ελεήστρια.   Δυτικά από την Αγία Σοφία βρίσκεται το  μοναστήρι του Προδρόμου, γυναικεία παλαιοημερολογίτικη μονή.
Μεθώνη
Το Κάστρο της Μεθώνης το 1965 © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣτο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου, στη θέση της ομηρικής Πήδασσου και της ομώνυμης αρχαιοελληνικής πόλης, δεσπόζει επιβλητικό το Κάστρο της Μεθώνης. Αν και η περιοχή ήταν οχυρωμένη ήδη από την αρχαιότητα και τη βυζαντινή περίοδο, το κάστρο στη μορφή που έχει σήμερα είναι οικοδόμημα των Ενετών και χρονολογείται στα 1209. Το φρούριο έχει έκταση 93 στρέμματα. Περιβάλλεται από τεχνητή τάφρο και συνδέεται με τη στεριά με μια εντυπωσιακή γέφυρα που στηρίζεται σε τόξα, η οποία όμως είναι μεταγενέστερη, έργο των μηχανικών της στρατιάς του Γάλλου στρατηγού Μαιζόν (1827-1828). Η πύλη του Κάστρου είναι διακοσμημένη με ανάγλυφα και προστατεύεται εκατέρωθεν από προμαχώνες. Η βόρεια πλευρά είχε πάρει την τελική της διαμόρφωση στις αρχές του 18ου αιώνα και αυτήν διατηρεί μέχρι σήμερα, με το ύψος του τείχους να φθάνει τα 11 μέτρα. 

Το εσωτερικό του κάστρου της Μεθώνης, 1967 © ΕΦΑ Μεσσηνίας Η θολοσκέπαστη οδός που ξεκινά από την πύλη  οδηγεί στο εσωτερικό του κάστρου, όπου κατοικούσαν οι βενετσιάνοι άρχοντες. Διακρίνονται τα ερείπια ενός χαμάμ, της βυζαντινής εκκλησίας της Αγίας Σοφίας, και ένας μονολιθικός κίονας από γρανίτη όπου υποτίθεται ότι ήταν στημένα τα βενετικά σύμβολα από τον καιρό της Β' Ενετοκρατίας, γι' αυτό και αποκαλείται “στήλη του Μοροζίνι”. Η μεγάλη ακμή του Κάστρου τοποθετείται κατά τον 13ο-15ο αιώνα. 



​​Παλαιόκαστρο ή Παλαιοναυαρίνο ή Κάστρο της Γιάλοβας
Το Παλαιόκαστρο ή Παλαιοναυαρίνο © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΤο 1287 μ.Χ. ο φράγκος κύριος των Θηβών, Nicholas II de Saint Omer, έχτισε στο ακρωτήριο Κορυφάσιο ένα κάστρο επαναχρησιμοποιώντας μεγάλο μέρος του υπάρχοντος οικοδομικού υλικού από την κλασική ακρόπολη, καθώς και από τις προηγούμενες πελασγικές οχυρώσεις. Το κάστρο (Παλαιόκαστρο) είχε μια πολυτάραχη ιστορία: το 1381 ετέθη υπό την κυριαρχία των Ισπανών της Ναβάρρας, το 1423 αγοράστηκε από τους Βενετούς και προσαρτήθηκε στη Μεθώνη, και το 1500 παραδόθηκε από τους υπερασπιστές της στον σουλτάνο Βαγιαζίτ Β΄.  

Το κάστρο καταλαμβάνει έκταση περίπου 50 στρεμμάτων και έχει σχήμα ελαφρά τραπεζοειδές. Είχε αμυντικό αλλά και οικιστικό χαρακτήρα, ενώ είχε ληφθεί μέριμνα και για λιμενικές εγκαταστάσεις, κατά το πρότυπο της αρχαίας πόλης. Η κυρία είσοδος βρισκόταν στη νότια πλευρά, αν και τμήμα της κεντρικής πύλης σήμερα έχει καταρρεύσει.  Εντός των τειχών είναι ορατά ερείπια δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων, της καθολικής εκκλησίας και υπόγειων δεξαμενών νερού. Στην περιοχή υπήρχαν βέβαια εγκαταστάσεις πριν την ίδρυση του κάστρου, από τις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε τα λείψανα του υδραγωγείου στην παραλία, μια γέφυρα μεταξύ Ρωμανού και Τραγάνας και έναν ορθογώνιο πύργο στο δυτικό άκρο του δυτικού εξωτερικού τείχους, κτισμένον κατά το βυζαντινό πλινθοπερίκλειστο σύστημα. Στην ανωδομή του κάστρου είναι εμφανείς οι ενετικές επεμβάσεις,  της περιόδου 1423-1500 και οι οθωμανικές του 16ου αιώνα. Στα ανατολικά το κάστρο δεν τειχίστηκε λόγω της φυσικής οχύρωσης του λόφου. Το κάστρο εγκαταλείφθηκε ήδη στη Β' Ενετοκρατία, καθώς οι Οθωμανοί είχαν κτίσει μεγαλύτερο και ισχυρότερο κάστρο στην Πύλο (Νιόκαστρο). 
Κάστρο Σαφλαούρου και κάστρο Μίλα
Το Σαφλαούρο (San Flauro=Άγιος Φλώρος) είναι φράγκικο κάστρο ανάμεσα στα σημερινά χωριά Λαντζουνάτο και Παλαιόκαστρο. Χρονολογείται στα τέλη του 13ου-αρχές 14ου αιώνα. Στις πηγές αναφέρεται και ως κάστρο του Σωτήρα (Saint Sauver). Βρισκόταν στα χέρια της οικογένειας Le Maure, οι οποίοι έλεγχαν επίσης και το κάστρο της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) και του Αετού. Το 1428 ενδέχεται να πέρασε στον έλεγχο των Παλαιολόγων. Είναι ένα ορθογώνιο κάστρο από αργολιθοδομή, με τέσσερις πύργους, δύο εκατέρωθεν της πύλης, ένας στα ΝΔ και ένας στα ΒΑ. 

Στη βενετική εποχή ανάγεται και η κατασκευή εκκλησιών στην περιοχή. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Ελένης στην περιοχή Καβαλάρι, που εκτείνεται από τη Χώρα ως το ανάκτορο του Νέστορα. 
Σε σχετικά μικρή απόσταση βρισκόταν και το κάστρο του Μίλα, ένα ακόμη από τα μικρά φρούρια για τον έλεγχο των χερσαίων δρόμων κατά τη Λατινοκρατία. Έχει ταυτιστεί με το Chateau Neuf, που ίδρυσε η Ισαβέλλα Βιλεαρδουίνου, η γνωστή μας πριγκηπέσσα Ιζαμπώ.