Πιλοτική Λειτουργία

Γεωμορφολογία

Χάρτης της περιοχήςΗ γεωγραφική περιοχή που εξετάζουμε και που αντιστοιχεί στο μυκηναϊκό βασίλειο της Πύλου, περιλαμβάνοντας κυρίως τις επαρχίες Πυλίας και Τριφυλίας,  είναι μια περιοχή που ορίζεται από τη θάλασσα στα δυτικά, η οποία κατά τόπους σχηματίζει βαθείς όρμους και λιμνοθάλασσες, από ημιορεινές και ορεινές περιοχές που έχουν προσανατολισμό προς τη θάλασσα, και από κοιλάδες ποταμών, που ενίοτε γίνονται ιδιαίτερα βαθιές. Φυσικό ορόσημο για την εποχή που εξετάζουμε υπήρξε το  όρος Αιγάλεω (υψόμετρο 1.244 μ), προέκταση του οποίου προς τη μεσσηνιακή πεδιάδα είναι το όρος Λυκόδημος και προς τα δυτικά το ακρωτήριο Ακρίτας, ενώ στον βορρά φυσικό σύνορο υπήρξε το όρος Τετράζιο (1.389 μ). Μεγαλύτερος  ποταμός είναι ο Πάμισος, που διασχίζει την πεδιάδα της Καλαμάτας και εκβάλλει στον Μεσσηνιακό κόλπο, ενώ στο βόρειο σύνορο της περιοχής που εξετάζουμε κυλάει η Νέδα, οριοθετώντας τη Μεσσηνία από την Ηλεία. Τα ποτάμια αυτά μαζί με  τους παραποτάμους τους αλλά και με τοπικούς χειμάρρους, εξασφαλίζουν ύδρευση και ευφορία στις πεδιάδες της περιοχής, από το μεγάλο μεσσηνιακό κάμπο ως τις μικρότερες πεδιάδες που περιβάλλουν την Κυπαρισσία, τους Γαργαλιάνους, τα Φιλιατρά, την Πύλο, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Τα εδάφη είναι εύφορα, κατά τόπους αλκαλικά, κατά τόπους ασβεστολιθικά και κροκαλοπαγή, ενώ δε λείπουν και  οι προσχωσιγενείς περιοχές κοντά στις εκβολές ποταμών, οι οποίες μάλιστα φέρουν, ακόμη και σήμερα, ελώδεις θύλακες. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι οι αμμοθίνες στην περιοχή του Ρωμανού και της Γιάλοβας, στην παράκτια ζώνη. 

Όσον αφορά στις ανθρώπινες επεμβάσεις στο τοπίο, η χρήση, για πρώτη φορά, του υνίου περί το 3000 π.Χ., άλλαξε τη σχέση του ανθρώπου με τη γη και το περιβάλλον. Ως τότε καλλιεργούνταν μόνον οι μαλακές, προσχωσιγενείς πεδιάδες. Από την 3η χιλιετία και εξής όμως, τα δάση, ιδιαίτερα τα πευκοδάση, αποψιλώνονται για να δημιουργηθούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Αυτό συνέβη π.χ. στη λιμνοθάλασσα του Οσμάναγα περι το 2000 π.Χ. Μετά από ένα διάστημα σχετικής στασιμότητας (1800-1600 π.Χ.), τα πευκοδάση φαίνεται ότι αποψιλώνονται με ακόμη πιο εντατικό ρυθμό μεταξύ 1600 και 1400 π.Χ. Οι αιτίες είναι αφενός η συστηματική κοπή των δέντρων κι αφετέρου η εντατική κτηνοτροφία, που εμπόδιζε τα φυντάνια να αναπτυχθούν. Περί το 1400 π.Χ. όμως το τοπίο αλλάζει και πάλι, καθώς τα πρώην πευκοδάση γίνονται τώρα ελαιώνες. Η ελιά και το ελαιόλαδο γίνονται την περίοδο αυτή βασικά καλλιεργήσιμα είδη και το εμπόριο του ελαιολάδου αποτελεί κλάδο που ανθεί στη μυκηναϊκή Πύλο. Με τη διάλυση του μυκηναϊκού κόσμου παρατηρείται εγκατάλειψη της ελαιοκαλλιέργειας, οπότε και οι ελαιώνες με τη σειρά τους αντικαθίστανται, σε μεγάλο βαθμό, από δάση βελανιδιάς. Η καλλιέργεια της ελιάς επανέρχεται με εντατικούς ρυθμούς κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, όταν το 1/4 περίπου της έκτασης της Πύλου καλύπτεται από ελαιόδεντρα.

Ανθρωπογεωγραφία

Νεολιθικός πέλεκυς από τις ανασκαφές στα Διόδια © ΕΦΑ Μεσσηνίας

Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή ανάγονται ήδη στην Παλαιολιθική περίοδο, σύμφωνα με νεότερες έρευνες, και εντοπίζονται κυρίως στις θέσεις Βρωμονέρι Γαργαλιάνων και Ρείκια Ρωμανού. Συστηματική κατοίκηση φαίνεται πάντως πως έλαβε χώρα κατά τη Νεολιθική περίοδο, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα στο Σπήλαιο του Νέστορα στη Βοϊδοκοιλιά, στο Σπήλαιο Κουφιέρου, στην Αγια-Σώτηρα Γαργαλιάνων, στο  Κορυφάσιο και σε κάποιες άλλες θέσεις ιδιαίτερα της παραλιακής ζώνης. Ως κάτοικοι της περιοχής την περίοδο αυτή αναφέρονται οι Λέλεγες και κυρίως οι Καύκωνες. Στην τελική Νεολιθική και την Πρωτοελλαδική περίοδο οι οικισμοί αυξάνονται και ορισμένοι φαίνεται να αποκτούν χαρακτήρα βιοτεχνικό, όπως ο σημαντικός οικισμός στην Π.Ο.Τ.Α Ρωμανού, όπου ανευρέθηκε εργαστήριο κατεργασίας χαλκού. Είναι περίπου η περίοδος όπου εγκαθίστανται τα πρώτα ελληνικά φύλα. Στην αυγή της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.,  αν και σε αρκετές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας παρατηρείται πληθυσμιακή και πολιτισμική συρρίκνωση, στη Μεσσηνία πολλές θέσεις εμφανίζουν στοιχεία ανάπτυξης και πολιτισμικής όσμωσης, που οδηγούν στη δημιουργία σημαντικών ταφικών μνημείων.  Κατά τον 18ο αιώνα πΧ τα γηγενή στοιχεία φαίνεται να δέχονται επιδράσεις από τη μινωική Κρήτη, που αναζωογόνησαν τις τοπικές κοινωνίες και οδήγησαν σε νέες διοικητικές  δομές αλλά και καλλιτεχνικές εκφράσεις. 

Ο θολωτός τάφος IV στον Εγκλιανό © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΗ εμφάνιση των μεγάλων θολωτών τάφων κατά την αμέσως επόμενη περίοδο (Υστεροελλαδική Ι) ερμηνεύεται ως έκφραση μιας κοινωνίας όπου ίσχυε πια η διαστρωμάτωση και η συγκέντρωση εξουσίας και πλουτοπαραγωγικών πηγών στα χέρια ορισμένων οικογενειών. Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ περίοδο (1500-1400 π.Χ. περίπου) κάνουν την εμφάνισή τους και μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα, όπως τα μέγαρα στην Ίκλαινα, τη Μουριατάδα, την Κουκουνάρα, γεγονός που  υποδεικνύει μια  πρωτογενή “κρατική” οργάνωση. Ο οικισμός στον Άνω Εγκλιανό συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων αυτών διοικητικών κέντρων, όπως μαρτυρεί ιδιαίτερα ο Θολωτός τάφος ΙΙΙ, που ανήκε σε οικογένεια τοπικών ηγεμόνων. Άγνωστο μέσα από ποιες διαδικασίες, σταδιακά το ένα από τα κέντρα αυτά, ο Εγκλιανός, αρχίζει σταδιακά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, να αυξάνει την επιρροή και την εξουσία του και να εξελίσσεται στην πρωτεύουσα ενός διευρυμένου μυκηναϊκού κράτους, όπως αυτό που περιγράφεται στα ομηρικά έπη.