Πιλοτική Λειτουργία

Υπομυκηναϊκή και Γεωμετρική περίοδος - Η εποχή του Σιδήρου

Οι αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. αποτέλεσαν μια εποχή μεγάλων ανακατατάξεων και δραματικών αλλαγών στον ελληνικό χώρο. Παρατηρείται πληθυσμιακή συρρίκνωση, ελάττωση των οικιστικών κέντρων, πολιτισμική καθυστέρηση. Πολλές θεωρίες έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί για το φαινόμενο αυτό. Παλαιότερα συνδεόταν με την Κάθοδο των Δωριέων, αν και τα αρχαιολογικά δεδομένα δεν συνηγορούν με την άποψη της εγκατάστασης νέου φύλου στον ελλαδικό χώρο την περίοδο αυτή. Επίσης έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι τα ανακτορικά κέντρα της Μυκηναϊκής Ελλάδας αποδυναμώθηκαν εξαιτίας του Τρωικού Πολέμου. Η ιστορική αλήθεια ίσως να βρίσκεται πιο κοντά στην άποψη που θέλει την παρακμή του μυκηναϊκού κόσμου να συνδέεται με τη διάλυση του κράτους των Χετταίων και την άναρχη μετακίνηση πληθυσμών στο χώρο της Μέσης Ανατολής και της Μικράς Ασίας (η παλαιότερη θεωρία για τους “λαούς της θάλασσας”). 

Φλασκί γεωμετρικής περιόδου, διακοσμημένο με ομόκεντρους κύκλους, Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΠάντως, στη Μεσσηνία, περιοχή με λαμπρό μυκηναϊκό παρελθόν, η εικόνα που μας δίνουν τα αρχαιολογικά τεκμήρια είναι απογοητευτική. Η καταστροφή από πυρκαγιά του ανακτορικού κέντρου του Εγκλιανού σήμανε το βίαιο και απότομο τέλος ενός ακμάζοντος πολιτισμού: στην Πυλία και τη Μεσσηνία από τις περίπου 150 θέσεις που τεκμηριώνονται αρχαιολογικά και ανασκαφικά στην Υστεροελλαδική περίοδο, μόνον 14 εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στη διάρκεια του 12ου αιώνα. 

Τα σπίτια παίρνουν αψιδόσχημη μορφή, οι οικισμοί περιορίζονται και στα νεκροταφεία κυριαρχούν οι κιβωτιόσχημοι τάφοι και οι ταφές σε πίθους. Ωστόσο, ειδικά στην περιοχή αυτή δεν εκλείπουν εντελώς οι θαλαμωτοί τάφοι, ενώ εμφανίζονται σποραδικά και κάποιοι μικροί θολωτοί. Όσον αφορά στα ταφικά έθιμα, οι ταφές εξακολουθούν να είναι κυρίαρχες στην Πυλία, ενώ σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως π.χ. στην Αττική, συνηθίζεται αρκετά πια και η καύση των νεκρών. 

Η κεραμική, ωστόσο, αποτελεί τεκμήριο μιας σχετικά ευημερούσας κοινωνίας (συγκριτικά, πάντοτε, με την υπόλοιπη Ελλάδα), αν και τα ταφικά κτερίσματα είναι απλούστερα στην κατασκευή και από ευτελέστερα υλικά. Νέο υλικό, ο σίδηρος, σηματοδοτεί το πέρασμα σε μια εντελώς νέα εποχή, στην οποία έδωσε το όνομά του. Η κεραμική της πρώιμης Γεωμετρικής περιόδου χαρακτηρίζεται από ντόπια τυπολογία. Ωστόσο η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος φαίνεται ότι έφερε ένα νέο “άνοιγμα” της Μεσσηνιακής κεραμικής προς επιδράσεις από άλλες περιοχές, κυρίως από το Άργος, τη Λακωνία και την Κόρινθο. Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζει ο W.D.E. Coulson μελετώντας την κεραμική που βρέθηκε στους τάφους των Βολιμιδίων, οι οποίοι εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται και στη Γεωμετρική εποχή. 
Η ύστερη γεωμετρική περίοδος

Πιθοταφή στον Ρωμανό. Διακρίνονται τα πήλινα κτερίσματα και η λίθινη άγκυρα που χρησίμευε για το σφράγισμα του πίθου. © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣτην αυγή της αρχαϊκής περιόδου γίνεται μια μεγάλη ανατροπή, που συνδέεται με την επεκτατική πολιτική της Σπάρτης. Ο 8ος αιώνας π.Χ. χαρακτηρίστηκε από την εξωστρέφεια και την αποικιστική κίνηση πολλών ελληνικών πόλεων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί, προφανώς, το πρόβλημα του υπερπληθυσμού και της έλλειψης ζωτικών πόρων. Οι παραθαλάσσιες πόλεις, όπως η Αθήνα, τα Μέγαρα, η Κόρινθος και η Χαλκίδα, στράφηκαν στην υπερπόντια εξάπλωση, ιδρύοντας αποικίες στη Μικρά Ασία, τη Σικελία και την Κάτω Ιταλία, αλλά και στα παράλια της Θράκης και της Μακεδονίας. Οι πόλεις της ενδοχώρας ενεπλάκησαν συνήθως σε διαμάχες με τους γείτονές τους προκειμένου να αυξήσουν τις καλλιεργήσιμες γαίες τους. Στην περίπτωση αυτή ανήκει η Σπάρτη, η οποία δημιούργησε, μέσω του ισχυρού στρατού της, μια εκτενή εδαφική επικράτεια και ένα ιδιότυπο κράτος, που στηριζόταν σε έναν αρκετά μεγάλο πληθυσμό ειλώτων και περιοίκων, που ζούσαν για να καλλιεργούν τη γη και να παρέχουν στους “ευγενείς” Σπαρτιάτες τα προς το ζην, προκειμένου οι τελευταίοι να μπορούν να ασχολούνται μόνο με τη στρατιωτική εκγύμναση.   Η επέκταση των Λακώνων προς τη Μεσσηνία ξεκίνησε με ένα αμφιλεγόμενο περιστατικό. Το 768 π.Χ. κατά τη διάρκεια τελετών προς τιμήν της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος, στο ιερό της στη Βόλιμνο (σημερινή Αρτεμισία), στα σύνορα μεταξύ Λακωνίας και Μεσσηνίας, σκοτώθηκε από τους Μεσσήνιους ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Τήλεκλος, γιος του Αρχέλαου Α'. Η Σπαρτιατική εκδοχή ήταν ότι οι Μεσσήνιοι επιτέθηκαν στο ιερό και βίασαν τις Πρωτογεωμετρικός τάφος στα Νιχώρια © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΣπαρτιάτισσες παρθένες ιέρειες και ότι ο Τήλεκλος σκοτώθηκε στις αψιμαχίες που ακολούθησαν. Η Μεσσηνιακή εκδοχή ήταν ότι οι ιέρειες ήταν μεταμφιεσμένοι Σπαρτιάτες έφηβοι που σκόπευαν να σκοτώσουν τους Μεσσήνιους αξιωματούχους που παρίσταντο στις τελετές. Όπως και να έχει το πράγμα, η Μεσσηνία ήταν μια περιοχή ιδιαίτερα εύφορη (Τυρταίος, απ. 5.3) που οι Σπαρτιάτες δεν μπορούσαν να παραβλέψουν. Χρειάστηκε να περάσουν όμως περίπου 25 χρόνια “ψυχροπολεμικού” κλίματος μεταξύ Μεσσηνίας και Λακωνίας (πιθανόν δε και σταδιακού ειρηνικού αποικισμού Δωριέων στην περιοχή) ως το τελικο ξέσπασμα του Α' Μεσσηνιακού πολέμου (743 π.Χ. ή, κατ' άλλους, 735 π.Χ. ), ο οποίος διήρκεσε μια εικοσαετία και έληξε με την τελειωτική επικράτηση των Σπαρτιατών, οι οποίοι κατέλαβαν την Ιθώμη και σκότωσαν τον βασιλιά της, Αριστόδημο. Οι Μεσσήνιοι, Αχαιοί στην καταγωγή, κατέφυγαν σε άλλες αχαϊκές πόλεις, ενώ κάποιοι παρέμειναν για να καλλιεργούν τη γη για λογαριασμό των Λακώνων. Ο ταφικός πίθος πολεμιστή του 725 π.Χ. στα Νιχώρια πιθανόν ανήκει στην πολεμική αυτή περίοδο. Ο πολεμιστής (άγνωστο με ποια πλευρά πολεμούσε στον Α' Μεσσηνιακό πόλεμο) είχε ταφεί μαζί με το σιδερένιο ξίφος του και το δόρυ του, ένα χάλκινο δαχτυλίδι, δύο χάλκινα μπωλ και τρία αγγεία τοπικών εργαστηρίων (ένα στιλβωτό κύπελλο, έναν βαθύ κάνθαρο αργειακού τύπου και ένα πιάτο). Τα κτερίσματα αυτά αποτελούν τα πιο ύστερα χρονολογικά στην περιοχή των Νιχωρίων, γεγονός που μας κάνει να υποθέτουμε ότι η περιοχή δεν κατοικούνταν πια, ούτε και χρησιμοποιούνταν ευρέως ως νεκροταφείο, στην περίοδο αυτή. (Coldstream 1977, 163)

Πρωτογεωμετρική πρόχους με γραπτή διακόσμηση. Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας © ΕΦΑ ΜεσσηνίαςΚατά την ύστερη γεωμετρική περίοδο δύο ταφές ανακαλύφθηκαν στο Βαθύρρεμα, εκ των οποίων η πρώτη, ένας θαλαμωτός τάφος στα δυτικά της περιοχής, παρουσιάζει κεραμική που χρονολογείται ως και τα κλασικά χρόνια, πράγμα που συντείνει στο να ερμηνευτεί ως τόπος λατρείας των προγόνων ή κάποιου ήρωα. Μεταξύ των κτερισμάτων βρέθηκαν έξι αγγεία που μας διαφωτίζουν αρκετά για την κεραμική παραγωγή αλλά και το εμπόριο στην αυγή της αρχαϊκής εποχής: το σκέπασμα μιας πυξίδας,που έφερε ίχνη κοροπλαστικού διακόσμου από τέσσερα άλογα (Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας αρ. Κατ. 326) μαρτυρεί εμπορικές σχέσεις με την Αθήνα, αφού η τεχνοτροπία του είναι καθαρά αττική. Τα υπόλοιπα είναι προϊόντα τοπικών εργαστηρίων: μια απομίμηση Κορινθιακής κοτύλης (αρ. Κατ. 311), ένας σκύφος με ψηλό χειλος παρόμοιος με αυτούς του Άργους, διακοσμημένος με ρομβοειδή φύλλα Πρωτογεωμετρική πρόχους από τις ανασκαφές στην Π.Ο.Τ.Α Ρωμανού, Αρχαιολογικό Μουσείο Πύλου © ΕΦΑ Μεσσηνίας(αρ.κατ. 308), δύο σκύφοι λακωνικού τύπου, εκ των οποίων ο ένας φέρει διάκοσμο μαιάνδρου και ο δεύτερος ρομβοειδών φύλλων (αρ. Κατ. 309, 317) και τέλος ένα κύπελο στιλβωτής κεραμικής τοπικής τεχνοτροπίας. Οι ταφές χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 8ου αιώνα (745-725 π.Χ.). Μια ταφή σε πίθο που βρέθηκε στην Πύλα και χρονολογείται περί τα τέλη του 8ου αιώνα περιείχε χάλκινα κτερίσματα λακωνικού τύπου, όπως και αυτή που βρέθηκε κοντά στο ιερό του Απόλλωνος Καρνείου στις Φαρές. 

Τα υπόλοιπα Υστερογεωμετρικά αγγεία που έχουν βρεθεί σε μεγάλες ομάδες στα Βολιμίδια και στον Άνω Εγκλιανό μαρτυρούν κυρίως κορινθιακές επιδράσεις.