Πιλοτική Λειτουργία

Αρχαϊκή περίοδος


                                                                  Ο Β' Μεσσηνιακός πόλεμος
Ο αρχαϊκός ναός που ανακαλύφθηκε στην Π.Ο.Τ.Α Ρωμανού © ΕΦΑ Μεσσηνία
Πήλινο πλακίδιο που εικονίζει θεά στον τύπο της Ποτνίας Θηρών από την περιοχή του Ρωμανού ©ΕΦΑ Μεσσηνίας

Στις αρχές του 7ου αιώνα, μια εξέγερση των Μεσσηνίων οδήγησε σε νέο μακροχρόνιο πόλεμό τους με τους Σπαρτιάτες, τον επονομαζόμενο Β'Μεσσηνιακό. Για τη χρονολογία έναρξης οι ιστορικοί ερίζουν: άλλοι την τοποθετούν στο 685 π.Χ. Και άλλοι περί το 669 π.Χ. Επίσης κάποιοι θεωρούν ότι ηγέτης της εξέγερσης ήταν ο Αριστομένης ο Μεσσήνιος. Οι απόψεις είναι συγκεχυμένες γιατί και η πληροφόρησή μας από τις αρχαίες πηγές περιορίζεται σε ορισμένες μνείες του Παυσανία. Γνωρίζουμε πάντως ότι ο πόλεμος πήρε μεγάλες διαστάσεις, αφού με τους Μεσσηνίους συντάχθηκε μεγάλο μέρος των Πελοποννησιακών δυνάμεων, κυρίως το Άργος, η Σικυώνα, η Πίσα και η Αρκαδία, ενώ με τους Σπαρτιάτες συνέπραξαν το Λέπρεο και η Κόρινθος. Οι Μεσσήνιοι εξαναγκάστηκαν από τους Σπαρτιάτες να καταφύγουν στην οχυρή πόλη Είρα, όπου άντεξαν τις επιθέσεις των εχθρών τους για αρκετό καιρό. Συνολικά ο πόλεμος διήρκεσε περί τα 10 χρόνια. Όταν τελικά ηττήθηκαν αναγκάστηκαν να διαφύγουν εκτός Μεσσηνίας. Αρκετοί μετέβησαν στην πόλη Ζάγκλη της Σικελίας (η οποία μετονομάστηκε σε Μεσσήνη και σήμερα Messina) και άλλοι κατέφυγαν στη Ναύπακτο, με τη βοήθεια και την υποστήριξη των Αθηναίων.

Αρχαιολογικά κατάλοιπα

Στην αρχαϊκή εποχή χρονολογείται ο μοναδικός, ως τώρα, ναός της Μεσσηνίας, που εντοπίστηκε από την αρχαιολογική έρευνα κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στην Π.Ο.Τ.Α του Ρωμανού. Τα ευρήματα των ανασκαφών και της επιφανειακής έρευνας, ιδιαίτερα ενός υπαίθριου ιερού γύρω από το οποίο βρέθηκαν διάσπαρτα πήλινα πλακίδια με ανάγλυφη παράσταση θεάς στον τύπο της “Ποτνίας Θηρών”, θεότητας της φύσης και του κυνηγιού, οδήγησαν τους αρχαιολόγους να αναζητήσουν κάποιο παραποτάμιο ιερό, που διέκριναν τελικά στις όχθες του ποταμού Σέλα. Επρόκειτο για έναν ναό ορθογώνιο, διαστάσεων περίπου 17 επί 6,40 μ., του οποίου τα θεμέλια ήταν από ψαμμιτικό πέτρωμα και η ανωδομή από πλίθρες. Η στέγη στηριζόταν σε ξύλινους κίονες και ήταν καλυμμένη με κεραμίδια. Στο εσωτερικό του ναού δεν βρέθηκε βάση λατρευτικού αγάλματος. Τα ακροκέραμα, ιδιαίτερα επιμλημένα, ήταν ημικυκλικά, λακωνικού τύπου, γεγονός που συνάδει με τη λακωνική παρουσία στην περιοχή την εποχή αυτή. Στον περιβάλλοντα χώρο εντοπίστηκαν ίχνη προσκτισμάτων του ναού, ενώ τα κινητά ευρήματα κατέδειξαν ότι ο ναός ήταν σε χρήση ως την ελληνιστική περίοδο και ότι καταστράφηκε μάλλον από πυρκαγιά. Σήμερα ένα τμήμα των καταλοίπων του ναού έχει παρασυρθεί ή μετατοπιστεί από τους χειμάρρους.